frear

Η διάχυση μιας ιστορίας / Υφαίνοντας μια χούφτα ζωής – της Ελένης Κοφτερού

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο πως η διαδικασία της αφήγησης συμβάλλει θετικά σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις καθώς αποτελεί σημαντική πράξη επικοινωνίας. Από τα παιδικά παραμύθια μέχρι την ενήλικη Αναζήτηση του χαμένου χρόνου, στο κέντρο της ιστορίας υπάρχει σχεδόν πάντα το δίλημμα, η επιθυμία, η νοσταλγική απουσία. Η διάχυση μιας ιστορίας περιλαμβάνει την προσπάθεια να μεταλαμπαδευτεί κάτι απ’ αυτές τις αφηρημένες έννοιες στον αναγνώστη με όχημα τις λέξεις. Η σχέση μεταξύ αφηγητή και δέκτη είναι συνήθως απαλλαγμένη από κάθε είδους σκοπιμότητες και παραμένει όμορφη και αληθινή. Η αλήθεια αυτή μεταφέρεται στη γραφή όταν ο συγγραφέας επιδιώκει γνήσια επικοινωνία με τους αναγνώστες. Θεωρώ ότι αυτή είναι η περίπτωση της Φωτεινής Βασιλοπούλου, η οποία κοινωνεί στους αναγνώστες της με ευαισθησία και χιούμορ, δεκαεπτά διηγήσεις, ο πυρήνας των οποίων, προέρχεται από αφηγήσεις που είχε η ίδια ακούσει ως παιδί, ή ως ενήλικη στον τόπο της, την Χρυσοκελλαριά, το χρυσό κελάρι της μνήμης, όπως πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει το χωριό η συγγραφέας Πόλυ Χατζημανωλάκη στο κριτικό της κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 27 Οκτωβρίου 2015, στην εφημερίδα Αυγή. Οι ήρωες, που με αφοσίωση και τρυφερότητα παρουσιάζει η Φ. Βασιλοπούλου, ζούσαν πολύ καιρό μέσα της, υφαίνοντας έναν δημιουργικό ιστό. Κοιμόνταν και ξυπνούσαν μαζί της, με νεύματα συνομιλούσαν μεταξύ τους, οι περισσότεροι καλά βολεμένοι στο τετελεσμένο του θανάτου. Δίσταζαν να βγουν στην επιφάνεια ώσπου βρέθηκε ένα αγοράκι που «χαμογέλασε πονηρά, έσαξε τα πρασινισμένα σκουτάκια του και συνέχισε να στροβιλίζεται χαρούμενος σα μικρός περήφανος ντερβίσης στο μαλακό χωράφι με τις πατημένες παπούλες» καθιστώντας της σαφές ότι θέλει να βγει στο φως.

FB 1Επιλέγει να διηγηθεί τις ιστορίες αυτές με την ιδιόλεκτο (ντοπιολαλιά) του χωριού της, που δεν είναι άλλη από τη γλώσσα της παιδικότητας, καθώς ενηλικιώνεται και ωριμάζει μέσω της γραφής. Ο λόγος της ρέει άλλοτε ορμητικός κι άλλοτε σιγαλιάζει ακολουθώντας την πλοκή και την κάθαρση σε κάθε ιστορία. Οι λέξεις βρίσκουν απάγκιο στο διάλογο και τις χειρονομίες των ηρώων, φωτίζουν τις εικόνες και τις παραστάσεις και η προέκταση του μύθου διευρύνει τα μονοπάτια της αφήγησης κεντρίζοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Αν και με την πρώτη ματιά οδηγείται κάποιος στο συμπέρασμα ότι το βιβλίο μιλά για το θάνατο, προϊδεάζει εξάλλου και η προμετωπίδα «Κάθε απόγιομα ο θάνατος και οι σκιές μας κυνηγούν», ο αναγνώστης ανακαλύπτει σύντομα την ανατροπή αυτής της εντύπωσης και αξιώνεται τα συστατικά μιας ζωής πλήρους συναισθημάτων και πάθους.

Σε αρκετά απ’ τα διηγήματα η συγγραφέας μιλά για την εξοικείωση των ανθρώπων της υπαίθρου με τον θάνατο. Το νεαρό κορίτσι που κάνει καθημερινές βόλτες στο νεκροταφείο, ο επίτροπος της εκκλησίας που προσπαθεί να ξεγελάσει τον χάρο, η έρημη γυναίκα που φαντασιώνεται την επιστροφή του νεκρού συζύγου της, παρουσιάζονται με μαεστρία και χιούμορ σαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Και πράγματι, ο θάνατος και οι σκιές του είναι στοιχείο της καθημερινότητας στα χωριά ‒με το νεκροταφείο μόλις δυο βήματα από τα σπίτια, όπου τα τζάκια καίνε και τα ψωμιά φουρνίζονται‒ κυρίως ως τμήμα του τελετουργικού της επικοινωνίας με τους νεκρούς κι όχι τόσο ως φόβος της ακατάβλητης βεβαιότητας. Έτσι, ο θάνατος αποκτά την οικειότητα της κανονικότητας, τονίζοντας παράλληλα την ομορφιά της ζωής, που κανείς από τους ήρωες δεν ξεχνά, παρά τα δεινά που αντιμετωπίζει. Ο θάνατος είναι η πρόφαση, η αφορμή και ενίοτε η αιτία για να αναβλύσουν οι λέξεις, να χαραχτεί η πορεία της αφήγησης, να διερευνηθούν οι δυνατότητες και οι προορισμοί των ηρώων. Η συγγραφέας με γλώσσα ζωντανή, κελαρυστή και διαλόγους που αποκτούν θέρμη και ζωντάνια χάρη στην ιδιόλεκτο που χρησιμοποιεί, καταφέρνει να φτάσει στον πυρήνα του ψυχισμού των ηρώων της, οι οποίοι συνθέτουν ένα γοητευτικό ανθρώπινο τοπίο.

Η ιδιαιτερότητα στην γραφή τής Βασιλοπούλου εκφράζεται με κάτι που είναι πέρα από την δεξιοτεχνία χειρισμού της γλώσσας. Κι αυτό δεν περιγράφεται. Μόνο να το παρομοιάσω μπορώ σαν μαρμαρυγή που ακτινοβολεί στη μνήμη προκαλώντας τη σύναξη των λέξεων για να περιγράψουν την τρυφερότητα που θέλει ιδιωτικότητα, στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Η πρώτη απόπειρα»: «Ο πατέρας την πήγε μέχρι τα μισά της διαδρομής τραβώντας την απαλά απ’ το χέρι. Δε θυμόταν να την είχε ξαναπιάσει τόσο τρυφερά. Δε θυμόταν ούτε καν να την είχε ξαναπιάσει απ’ το χέρι, το χεράκι. «Δος μου το χεράκι σου» της είπε σαν εξαφανίστηκαν από το οπτικό πεδίο των άλλων. Η τρυφερότητα, βλέπεις, χρειάζεται ιδιωτικότητα για να εκδηλωθεί.» Το μικρό χέρι γίνεται για μια στιγμή το χεράκι του πατέρα και έτσι παραμένει σ’ όλο το διήγημα «Ανέβηκε με το λιγνό κορμάκι της στο πιο ψηλό κλαρί κι άρχισε να τινάζει και να ρίχνει χάμου τα καρύδια με το μικροσκοπικό της χέρι, μ’ εκείνο το χεράκι του πατέρα». Αν μπορούσαμε με κάποιο τρόπο να μάθουμε τι απέγινε εκείνο το ξεχωριστό πλάσμα που ήθελε να πεθάνει τρώγοντας καρύδια είμαι βέβαιη ότι θα ομολογούσε πως για πάντα, η μια παλάμη της ήταν «το χεράκι του πατέρα». Κι έπειτα από πολλές αναγνώσεις και παρά τη διαβεβαίωσή της στο τέλος του βιβλίου, ότι οι ιστορίες είναι φανταστικές, έχω την πεποίθηση ότι αυτό το «χεράκι» είναι το σημείο που βρίσκουμε τη συγγραφέα μέσα στο κείμενο. Η Φωτεινή φύλαξε για πάντα το χεράκι του πατέρα της και το δανείζει μέσω της γραφής στην ηρωίδα της, κι αυτό για μένα είναι η μαγεία της λογοτεχνίας.

«Ό,τι έχει υπάρξει για μια φορά, υπάρχει για πάντα», έλεγε ο μεγάλος ποιητής Γιάννης Ρίτσος και το αναφέρω για να σας πω, ότι σ’ αυτές τις δεκαεπτά διηγήσεις η Φ. Βασιλοπούλου αποπειράται και καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να μεταφέρει στον αναγνώστη το δυσπερίγραπτο, το μυστηριώδες αποτύπωμα που αφήνει στους ήρωες μια γοργόφτερη στιγμή άφατης χαράς, ή σπαραχτικής οδύνης.

Η συγγραφέας ισορροπεί με απαράμιλλη φυσικότητα το τραγικό με το κωμικό στοιχείο. Η εναλλαγή των συναισθημάτων από την βαθύτερη οδύνη που σμιλεύει ανάγλυφα το πένθος, έως το κρεσέντο της χαράς αποτυπώνονται με πηγαίο, ανεπιτήδευτο ‒και γι’ αυτό τόσο ελκυστικό‒ χιούμορ στο διήγημα «Μια χούφτα ζωή» και θα ανακαλύψετε όταν το διαβάσετε ότι ένα μαγικό, αστραφτερό δευτερόλεπτο κερδίζει την αθανασία χάρη στη γραφή.

Σ’ αυτό το βιβλίο αναδεικνύεται το ασήμαντο, αυτό που οι άλλοι προσπερνούν. Το ταπεινό γίνεται μεγαλειώδες. Αγγίζει το πάσχον σώμα των ηρώων της με αριστοτεχνικό τρόπο ακολουθώντας τα παθήματα μα και τις επιθυμίες τους και ευτυχώς για τους αναγνώστες, οι ήρωές της έχουν ελλείψεις μα και τις επιθυμίες τους εξεγερμένες. Ονειρεύονται και λαχταρούν, δεν βολεύονται, δεν κουρνιάζουν, δεν μωρώνουν, δεν αποδέχονται τις βεβαιότητες μιας ήσυχης ανιαρής ζωής χωρίς έρωτα, χωρίς εξάρσεις, χωρίς ελπίδα. Τους φτάνει και περισσεύει η βεβαιότητα του θανάτου. Αυτοί όμως πασχίζουν για την αβεβαιότητα της ζωής. Εκεί μόνο ανθίζουν τα όνειρα και το ρήμα «θέλω» αποκτά υπόσταση. «Θέλω να πάω στο πανηγύρι» «Θέλω να πάω στην Αμερική». «Θέλω τον άντρα μου δίπλα μου όταν ξυπνώ.» Ακόμη και το «Θέλω να πεθάνω» στο πρώτο διήγημα, αποκτά ευγένεια και χάρη ανατρέποντας τη θλίψη ‒τι λέω; ‒ την ψυχική συντριβή από την οποία πηγάζει μια τέτοια επιθυμία. Το «θέλω να πεθάνω» βουτηγμένο στα νάματα της αθωότητας μετατρέπεται μέσω της γραφής σε μια στέρεη χούφτα ζωής.

Οι ήρωές της διαθέτουν τη μεγαλοπρέπεια της απλότητας αλλά δεν είναι καθόλου απλοϊκοί. Κινούνται στις δύσκολες συνθήκες της επαρχίας της εποχής εκείνης (ανέχεια, ξενιτεμός) περιζωμένοι από το αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο (τι θα πει ο κόσμος). Ωστόσο, ακολουθούν τη δική τους προσωπική ηθική που δεν απορρέει από τη λογική ούτε από κοινωνικούς κανόνες. Στροβιλίζονται στα όνειρά τους, κάποιοι τυλίγονται στην αχλή του ηρωισμού, άλλοι καίνε τα φτερά τους σ’ αυτή την περιδίνηση κι άλλοι σαστίζουν καθώς ανακαλύπτουν ένα κομμάτι του εαυτού τους που ούτε οι ίδιοι γνώριζαν. Χάρη στη λογοτεχνία κάνουν την υπέρβαση διεκδικώντας τη χούφτα ζωής που τους αναλογεί.

Δεν βολεύονται με το μεροκάματο και το κουτσομπολιό, θέλουν να αγαπήσουν και ν΄αγαπηθούν, να βυθιστούν στη χαρά ή τη λύπη, να ψηλαφίσουν τις εμμονές τους. Κάνουν τον πόνο τους μακρόσυρτο λυπητερό τραγούδι που αντιμάχεται την αρρώστια όπως ο φυματικός ήρωας στο διήγημα με τον τίτλο «Βασίλω». Η λύπη ταξιδεύει με τα ηχητικά κύματα και τρυπώνει στα σωθικά της Βασίλως. Μένει εκεί κέντημα ανεξίτηλο πάνω στην αβάσταχτη νοσταλγία της. Μέσω της γλαφυρής γραφής της Βασιλοπούλου, έρχεται και σε μας αυτό το προαιώνιο τραγούδι, το μοιρολόι εν ζωή που πασχίζει να ξορκίσει τον θάνατο.

Άλλοτε είναι το πνιχτό παράπονο, το άδικο, που φυτεύει φτερά στα πόδια των ηρώων. Η σωματοποιημένη οργή που περιγράφει με θαυμαστή αληθοφάνεια η συγγραφέας στο διήγημα «Οι παπούλες», οδηγεί στη λύτρωση μέσω της εκδίκησης, κάτι εντελώς φυσιολογικό και αθώο για την ηλικία του ήρωα. Με μια θαυμάσια εικόνα η συγγραφέας μάς χαρίζει τη στιγμή που σημαδεύει τη μνήμη και εντέλει τη ζωή του μικρού ήρωα. Τo πράσινο αιματοκύλισμα στις παπούλες είναι η δική του χούφτα ζωής, η μυσταγωγία και η μέθεξη προς το άλγος της ενηλικίωσης. Δεν είναι τυχαία η παρομοίωση με τον μικρό περιστρεφόμενο δερβίση εκεί όπου ένα λεπτό είναι αρκετό για να μετατραπεί η απογοήτευση σε χορό έκστασης και τελετουργικό εκδίκησης.

Επιπρόσθετα, θέλω να επισημάνω τον τρόπο που η συγγραφέας διαχειρίζεται το ζήτημα του χρόνου. Στις 17 διηγήσεις της, ο χρόνος γίνεται εύκαμπττος και ελαστικός. Τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα τεντώνονται και χρόνια ολόκληρα σκεπασμένα με «του λιναριού τα πάθη» εξανεμίζονται όταν ένα μικρό χαρτάκι φέρνει το χειρότερο μαντάτο και οδηγεί στον ακραίο πόνο. Σ’ αυτόν λοιπόν τον άχρονο χρόνο ταξιδεύουν οι ήρωες της Φ. Βασιλοπούλου βιώνοντας την ανθρώπινη περιπέτεια. Κάνουν τα προσωπικά τους ταξίδια που μπορεί να είναι οι τελευταίες ασφυχτικές ανάσες μέσα στο φέρετρο, ή η οδύσσεια του ταξιδιού μέχρι το παζάρι της Κορώνης. Το ταξίδι στον ωκεανό της μοναξιάς, ως το καθημερινό ταξίδι στις εμμονές τους και τέλος το μεγάλο βασανιστικό ταξίδι στην Αμερική, στο διήγημα «Το κολλάγκαθο», όπου δεν μαθαίνουμε αν ο μικρός ήρωας είχε καλύτερη ζωή εκεί, γνωρίζουμε όμως χάρη στην σπαρταριστή αφήγηση, ότι εξόργισε έναν αυστηρό Αμερικανό στρατιώτη και κρυφογελάμε.

Οι ήρωές της θα μπορούσαν να είναι σε εισαγωγικά οι τρελοί του χωριού αφού το να διαφυλάττεις την αθωότητά σου στην ελληνική επαρχία των περασμένων δεκαετιών –ίσως και σήμερα- οδηγεί σε απομόνωση. Περιθωριοποιημένοι και μοναχικοί, γιατί το μόνο που έχουν να τους προσάψουν είναι η διάφανη αδιαπραγμάτευτη αθωότητά τους, όπως η Βουλιώ που χρόνια αναζητά νέα απ’ τον άντρα της ενώ αυτός έχει κάνει άλλη οικογένεια στην ξενιτιά, μα και η ηρωίδα από το διήγημα «Οι γουργουλιάνες» που προτιμά το φάντασμα του νεκρού αγαπημένου της συζύγου, από την ακραία, βασανιστική μοναξιά που την έχουν καταδικάσει οι ολοζώντανοι συγχωριανοί της.

Είμαι πολύ χαρούμενη για αυτό το πρώτο βιβλίο της Φωτεινής Βασιλοπούλου με τον συμβολικό τίτλο: Για μια χούφτα ζωή. Άλλωστε για να γεμίσουμε αυτή τη χούφτα δεν αγωνιζόμαστε όλοι ‒οπλισμένοι με λέξεις, ή άοπλοι, γυμνοί απ’ αυτές‒ για ν’ απαλύνονται οι σκιές που κάθε απόγιομα μας κυνηγούν; Ο θάνατος οφείλει να βρίσκεται στο βάθος του τοπίου όπως απεικονίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου από τη ζωγράφο-ποιήτρια Χριστίνα Καραντώνη ώστε να βγαίνουν μπροστά τα φωτεινά, πράσινα χρώματα της ζωής.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Martin Johnson Heade.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly