frear

Φωνές από την Πλατεία των Ηρώων – γράφει ο Χρήστος Βασματζίδης

Thomas Bernhard, Πλατεία Ηρώων, μεταφ. Βασίλης Τσαλής, Κριτική, Αθήνα 2016.

«Ο μοναδικός αληθινός φόβος της ανθρωπότητας είναι το ανθρώπινο πνεύμα», λέει ο εβραίος καθηγητής Γιόζεφ Σούστερ, στο θεατρικό του Thomas Bernhard Πλατεία Ηρώων (Heldenplatlz), που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κριτική, σε μετάφραση και επίμετρο Βασίλη Τσαλή. Το Μάρτιο του 1988, μισό αιώνα δηλαδή περίπου από την περίφημη προσάρτηση (Anschluss) της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ, ο καθηγητής αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός του στην Πλατεία Ηρώων στη Βιέννη.

BERNHARD-PLATEIA-HRWWN-1-262x430Όλο το έργο διαδραματίζεται μετά την αυτοκτονία του. Ο θάνατος, η τρέλα, οι ιαχές από το μακρινό παρελθόν εισχωρούν από τα ψηλά παράθυρα της αστικής οικίας. Η επικράτεια της αγωνίας και της απόρριψης. Το παράλογο της υποδοχής της ναζιστικής επέλασης επεκτείνεται ως τυραννίδα του παρόντος. Η συνειδητοποίηση του απόλυτου κακού που ακολούθησε δεν αποτέλεσε ικανή συνθήκη ταπεινότητας και μετάνοιας.

Οι απουσίες είναι πρωταγωνιστικές, σχηματίζουν την ατμόσφαιρα. Τα λίγα πρόσωπα του δράματος γίνονται οι μεταφορείς των ιδεών του αυτόχειρα, των πράξεων και της ζωής του. Η αφοσιωμένη οικονόμος κ. Τσίτελ, ο αδελφός του καθητητή Ρόμπερτ Σούστερ, επίσης καθηγητής, τα παιδιά του, η Άννα, η Όλγα και ο Λούκας, η Χέντβιχ, αποκαλούμενη κυρία καθηγητού, σύζυγος του εκλιπόντος, εμφανίζονται σε τρεις πράξεις, άλλοτε ως σκιές του εκλιπόντος, άλλοτε ως σκιές του εαυτού τους. Οι ετοιμασίες για την εγκατάλειψη της μισητής πατρίδας συρρέουν αναγκαστικά με την ψυχική αποξένωση. Ο αυτόχειρας καθηγητής Γιόζεφ Σούστερ, δεσποτικός ίσως από μία υπερτροφία του πνεύματος, αλλά και καλλιεργημένος μεγαλοαστός, δεν αντέχει την πίεση, «τα φιλοσοφικά κολπάκια του αποδείχθηκαν εντελώς άχρηστα», οδηγείται στην έξοδο της ζωής. Ο αδελφός του Ρόμπερτ Σούστερ, φρόντισε ν’ αποτραβηχτεί από το νοσηρό πολιτικό κλίμα της Βιέννης, στο Νοιχάουζ ή στην αφάνεια όπως λέει ο ίδιος, που κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι νεκρός εδώ και χρόνια· «ο αδελφός μου αυτοκτόνησε, εγώ πήγα στο Νόιχαουζ που ουσιαστικά είναι το ίδιο πράγμα», λέει υποβάλλοντας εαυτόν σε μία θελημένη απουσία, σε μία αποσύνθεση. Η κύρια καθηγητού τέλος, η πιο διορατική απ’ όλους, αυτή που μισούσε τη Βιέννη και που έβλεπε την απολύτως καταστροφική πολιτική και κοινωνική κατάσταση, πλήρωσε ακριβά την αστάθεια του συζύγου της στο δύσκολο δρόμο της αναζήτησης της ισορροπίας. Ενώ αυτός επιθυμούσε την επιστροφή για να ξαναβρεί τα παιδικά του χρόνια, «εξαιτίας της μουσικής», εκείνη ήταν που του θύμιζε ότι οι Βιεννέζοι είναι όλοι διώκτες των Εβραίων. Μετά την επιστροφή στην Αυστρία και στη Βιέννη, τ’ αυτιά της, η ψυχή της γέμισαν από το αρρωστημένο παρελθόν· οι ζητωκραυγές για την είσοδο των ναζί και την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ, είναι η υπόκρουση του έργου. Το ψυχολογικό νόσημα της κυρίας καθηγητού είναι το πολιτικό νόσημα ενός ολόκληρου λαού.

«Σήμερα είναι όλα πιο άσχημα απ’ όσο πενήντα χρόνια πριν» είχε πει ο αυτόχειρας. Τι είχε γίνει όμως πενήντα χρόνια πριν στην περίφημη Πλατεία Ηρώων της Βιέννης; Ήταν στις 5 Νοεμβρίου του 1937, όταν ο Χίτλερ ανακοίνωσε στους στενούς του συνεργάτες ότι είχε φτάσει η ώρα της ενσωμάτωσης των γερμανικών κοινοτήτων της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης στο Ράιχ, για τη συγκρότηση της Μεγάλης Γερμανίας. Μετά τη δολοφονία του αυστριακού καγκελάριου Ένγκελμπερτ Ντόλφους (Engelbert Dollfuss), έγινε καγκελάριος της Αυστρίας ο Κουρτ φον Σούσνιγκ (Kurt von Schuschnig), ηγέτης του Κόμματος «Πατριωτικό Μέτωπο», χριστιανοφασιστικών αποχρώσεων, ο οποίος όμως επιθυμούσε την ανεξαρτησία της χώρας του. Όταν ο Χίτλερ πληροφορήθηκε ότι ο Σούσνιγκ, προκήρυξε δημοψήφισμα στις 9 Μαρτίου του 1938, με θέμα την ανεξαρτησία και στο οποίο μάλιστα είχε θέσει κατώτερο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια, για να αποφύγει τη συμμετοχή των νεότερων, για τους οποίους γνώριζε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οπαδοί Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, διέταξε τη Βέρμαχτ να εισβάλλει στο αυστριακό έδαφος. Στις 12 Μαρτίου η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας, όπου την ανέμενε μια μεγάλη έκπληξη: Αντί να αντιμετωπίσει την αντίσταση του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία Blumenkrieg («Πόλεμο των λουλουδιών»). Στις 15 Μαρτίου του 1938, ο Χίτλερ, μετά από μία θριαμβευτική πορεία μέσα στην Αυστρία, κατέληξε στην Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) της Βιέννης, μπροστά σ’ ένα πλήθος Αυστριακών, που παραληρούσαν από ενθουσιασμό και ζητωκραύγαζαν ξέφρενα.

Anschluss
O «Πόλεμος των λουλουδιών».

Αυτές τις ζητωκραυγές άκουγε όλη μέρα η σύζυγος του καθηγητή. Την εικόνα μάς τη μεταφέρει εξαιρετικά η οικονόμος κυρία Τσίτελ. Και αν ο Μπέρνχαρντ θέλει να αφήσει ίχνη αγνού ερωτισμού στη σχέση του καθηγητή με την οικονόμο του, ασφαλώς και το πετυχαίνει πολύ καλά. Αυτού του είδους οι απόκοσμες μοναξιές για να στηριχθούν χρειάζονται την ελάχιστη της συντροφικότητας. Η κυρία Τσίτελ ήταν ο δέκτης αυτής της σκοτεινής μοναξιάς. Αλλά και της τραγικότητας που εξελισσόταν στο αστικό σπίτι των Σούστερ, στο κέντρο της Βιέννης· «Δεν μπορώ ν’ αφήσω το διαμέρισμα μόνο και μόνο επειδή εσύ ακούς αυτές τις ζητωκραυγές από την Πλατεία Ηρώων … αυτό σημαίνει ότι εκείνος ο Χίτλερ θα μ’ έδιωχνε για δεύτερη φορά από το διαμέρισμά μου», διαμαρτυρόταν ο καθηγητής.

Δεύτερη φορά: Ο Γιόζεφ Σούστερ είχε αυτοεξοριστεί στην Οξφόρδη, μαζί με τη γυναίκα του, τις δυο του κόρες και τον αδερφό του. Μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφει στη Βιέννη, όμως ουδέποτε μπόρεσε να αποτελέσει μέρος του περιβάλλοντος. Αποφασίζει τελικά να επιστρέψει στην Οξφόρδη, ελπίζοντας ότι τα συμπτώματα νευρασθένειας της συζύγου του θα υποχωρήσουν. Έχει προετοιμαστεί λοιπόν γι’ αυτό· πούλησε το σπίτι, ετοίμασαν τις αποσκευές με προορισμό την Οξφόρδη. Πριν το ταξίδι ο καθηγητής αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός του, στην Πλατεία Ηρώων. Οι λόγοι δεν αναφέρονται ρητά. Αλλά ο Μπέρνχαρντ δεν ενδιαφέρεται να φωτίσει έναν ή περισσότερους λόγους αυτοκτονίας. Ενδιαφέρεται να φωτίσει την ύπαρξη που έχει ως περιεχόμενο την αυτοκτονία.

Μία ύπαρξη (Μπέρνχαρντ/Γιόζεφ Σούστερ) που συγκλονίζεται καιγόμενη, εκτοξεύοντας καταγγελίες και κατηγορητήρια για την πολιτική και κοινωνική σύνθεση της χώρας του, της Αυστρίας. Δεν χαρίζεται πουθενά, ούτε ένας κόκκος οίκτου, μία έστω ρανίδα ελέους. Ο Μπέρνχαρντ είναι αμείλικτος. «Το Γκρατς είναι η πατρίδα της αμβλύνοιας», «Αν εξαιρέσεις την εκκλησία δεν υπάρχει κανένα άλλο θέατρο στην ύπαιθρο», «η μεγαλύτερη δυστυχία μου είναι ότι είμαι Αυστριακός», «η αυστριακή αμβλύνοια είναι πέρα για πέρα αποκρουστική» και άλλα πολλά. Φυσικά στο έργο στηλιτεύει και την εβραϊκή μεγαλοαστική τάξη ως ανήκουσα στον πυρήνα της βιεννέζικης «καλής κοινωνίας». Συνεχίζει τα λεκτικά σχήματα του μυθιστορήματός του «Αφανισμός» (Auslöschung)· «οι Αυστριακοί είναι υποκριτές, ανόητοι και ακαλλιέργητοι. Τα γερμανικά είναι η φρικτότερη γλώσσα του κόσμου και η αυστριακή κουζίνα σκέτη απογοήτευση». Αυτή η ύπαρξη λοιπόν όταν «φτάνει σε αδιέξοδο, πρέπει ν’ αυτοκτονεί».

Η απόδοση στα ελληνικά από τον Βασίλη Τσαλή της λιτότητας της στιχουργικής γραφής, αναπτύσσει την έμμετρη αίσθηση και την ορθή εκφορά του νοήματος ενώ ταυτόχρονα βοηθά στη δόμηση του δράματος.

Φυσικά ένα τέτοιο έργο δεν μπορεί ποτέ να διαβαστεί εκτός του ιστορικού πλαισίου που το προκάλεσε αλλά και που αυτό προκάλεσε. Το 1988 ο Πάιμαν (Claus Peymann), καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπουργκτεάτερ προτείνει στον Μπέρνχαρντ να γράψει ένα έργο τόσο για τα εκατό χρόνια λειτουργίας του Μπουργκτεάτερ, όσο και για την μαύρη μνήμη των πενήντα χρόνων από τότε που ο Χίτλερ προσάρτησε την Αυστρία και οι αυστριακοί, μαζεμένοι στην περιβόητη Πλατεία Ηρώων, τον υποδέχθηκαν σαν ελευθερωτή με ζητωκραυγές, ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια. Ο Μπέρνχαρντ αρχικά αρνείται, προτείνοντας με σαρκασμό αντί αυτού να αναρτηθεί σε όλα τα άλλοτε εβραϊκά καταστήματα μια ταμπέλα με την επιγραφή «Judenfrei», δηλ. απαλλαγμένο από Εβραίους.

thomasbernhard
Thomas Bernhard

Φυσικά δεν έγινε κάτι τέτοιο, και υπέκυψε στη φορτική πίεση του Πάιμαν γράφοντας την Πλατεία Ηρώων. Συνέβησαν πολλές παραιτήσεις ηθοποιών και συνεχιζόμενες αναβολές της πρεμιέρας. Δεκάδες πρωτοσέλιδα, διαμαρτυρίες, δηλώσεις, προσπάθειες να ακυρωθεί η πρεμιέρα, συζητήσεις για την ελευθερία του λόγου και τα όρια της τέχνης. Τελικά αυτή πραγματοποιήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του έτους 1988, στο νέο Μπουργκτεάτερ της Ρινγκστράσσε, στο ιστορικό θέατρο της πρωτεύουσας της Αυστρίας, όπου 200 αστυνομικοί κύκλωναν τις εισόδους του θεάτρου για να προστατεύσουν τους Μπέρνχαρντ και Πάιμαν, τους ηθοποιούς και τους θεατές. Όταν έπεσε η αυλαία ο Πάιμαν και ο Μπέρνχαρντ ανέβηκαν στη σκηνή πιασμένοι χέρι χέρι σε μία ατμόσφαιρα ολοκληρωτικού χάους. Από τη μία οι οργισμένες αποδοκιμασίες, από την άλλη οι επευφημίες του κοινού συνέθεσαν τον τελικό εικοσάλεπτο επίλογο του έργου. Αυτή έμελλε να είναι και η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Μπέρνχαρντ, αφού τρεις μήνες μετά την επίσημη πρεμιέρα, αυτός πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο αγρόκτημά του στο Γκμούντεν της Άνω Αυστρίας.

Ο Μπέρνχαρντ από μικρός ακόμη έκανε ιδιαίτερα μαθήματα μουσικής. Ο αυτόχειρας ήρωάς του επιστρέφει στη Βιέννη για τη μουσική. Η Πλατεία Ηρώων (τι ειρωνεία αλήθεια η επωνυμία), παρέμενε εξαιτίας των γεγονότων του 38, στιγματισμένη. Μόλις τα τέσσερα τελευταία χρόνια άρχισε να πραγματοποιείται κάθε Μάιο μήνα η «Γιορτή της Χαράς», μουσική εκδήλωση για την επέτειο από την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας και την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από το ναζισμό με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 8 Μαΐου του 1945. Οι αυστριακοί προσπαθούν να διώξουν τις σκιές με τη μελωδία. Η συμφωνική της Βιέννης έπαιξε τη Συμφωνία αριθμός 3 του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven), την επονομαζόμενη και «ηρωική», που ήταν αρχικά αφιερωμένη στον Ναπολέοντα, αλλά μόλις έμαθε πώς αυτοαναγορεύτηκε αυτοκράτορας της Γαλλίας έσκισε την αφιέρωση.

Το πνεύμα όμως του Μπέρνχαρντ όπως παρουσιάζεται στο εν λόγω θεατρικό, είναι ακόμη ζωντανό. Οι αντιθέσεις της Αυστρίας συνεχίζουν να προκαλούν ερωτηματικά. Ο ρόλος της στη σύγχρονη προσφυγική κρίση, οι παρελάσεις των ακροδεξιών οργανώσεων την ίδια ημέρα της «Γιορτής της Χαράς» για να τιμήσουν τη «μνήμη των νεκρών» τους, δηλαδή των στελεχών της Βέρμαχτ και των Ες Ες, τονίζουν τη διαχρονικότητα του έργου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από αναπαράσταση της Πλατείας ηρώων.]

r712_Thomas_Bernhard_
Thomas Bernhard

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly