Paul Guyer, Καντ
Γ. Τζαβάρα, Ανθολόγιο Αισθητικής
Oswald Spengler, Η παρακμή της Δύσης
Robert Gibbons, Εισαγωγή στη Θεωρία Παιγνίων

13183214_1124308807621514_1511139213_nΣχετικά με το βιβλίο του Paul Guyer Καντ, ομολογώ πως από την κατάπληξη και το θαυμασμό μου για το εκδοτικό αυτό εγχείρημα των εκδόσεων Gutenberg, ειδικότατα εν μέσω της «Κρίσης» που περνούμε (!), όπως επίσης και από την εκπληκτική συγγραφική κατάθεση του ίδιου του Guyer (ο συγγραφέας ασχολείται και μελετά τον Καντ για πάνω από 40 χρόνια, βλ. σελ. 15), τελώ σε πλήρη αμηχανία! Εκ προοιμίου σπεύδω να πω ότι οι καντιανές σπουδές και μελέτες στην Ελλάδα ενισχύονται σημαντικότατα από τη συναρίθμηση αυτού του βιβλίου στην καντιανή βιβλιογραφία μας. Βιβλίου που οφείλει 100% να αποτελέσει, δίχως δεύτερη σκέψη, πανεπιστημιακό εγχειρίδιο για τους σπουδάζοντες τη Φιλοσοφία στη χώρα μας. Υπάρχουν, ασφαλώς, αξιόλογα βιβλία για τον Καντ στην ελληνική βιβλιογραφία, μα σαν κι αυτό, θεωρώ, κανένα. Κρίνω πως είναι μακράν το σημαντικότερο βιβλίο που υπάρχει στην Ελλάδα για τη γνωριμία του Έλληνα αναγνώστη με τον Γερμανό ιδεαλιστή φιλόσοφο. Την έξοχη μετάφραση υπογράφει ο Γ. Μαραγκός, ο οποίος προλογίζει, παράλληλα, το βιβλίο. Τα όσα αναφέρει, στο προλογικό αυτό σημείωμά του, ο μεταφραστής (βλ. σελ. 13) είναι διαφωτιστικά των όσων εδώ αναφέρω περί ενισχύσεως των καντιανών σπουδών στην Ελλάδα και της σπουδαιότητας του έργου για τη καντιανή βιβλιογραφία. Του κειμένου προτάσσεται χρονολόγιο κι επίσης στο τέλος του τόμου ο αναγνώστης μπορεί να βρει ένα θαυμάσιο γλωσσάριο σχετικά με τους όρους της καντιανής φιλοσοφίας, βιβλιογραφία (με εξαιρετική σύγχρονη ενημέρωση), συμπλήρωμα ελληνικής (καντιανής) βιβλιογραφίας και χρησιμότατο πίνακα όρων και ονομάτων, ο οποίος, όπως συχνά έχω τονίσει από τις στήλες του Φρέατος, είναι απαραίτητος όρος μιας φροντισμένης και αξιοπρεπούς έκδοσης. Εγγύηση της έκδοσης αποτελεί η επιμέλειά της από τον Δημ. Αρμάο, ο οποίος επιμελήθηκε και του προαναφερθέντος παραρτήματος της ελληνικής καντιανής βιβλιογραφίας. Επίσης, υπάρχουν διαφωτιστικότατες και πολύ χρήσιμες σημειώσεις. Ο Guyer χωρίζει το έργο του σε 11 κεφάλαια, τα οποία καλύπτουν τις εξής θεματικές (κρίνω ολότελα απαραίτητο να αναφερθούν στην παρούσα βιβλιοπαρουσίαση): 1. Το έργο ως βίος 2. (Μέρος Πρώτο) Φύση-Η Κοπερνίκειος στροφή του Καντ 3. Η κριτική της μεταφυσικής 4. Χτίζοντας πάνω στα θεμέλια της γνώσης 5. (Μέρος Δεύτερο) Ελευθερία-Νόμοι της ελευθερίας: Τα θεμέλια της ηθικής φιλοσοφίας του Καντ 6. Ελευθερία, αθανασία και Θεός 7. Το σύστημα καθηκόντων κατά τον Καντ Α΄8. Το σύστημα καθηκόντων κατά τον Καντ Β΄ 9. (Μέρος Τρίτο) Φύση και ελευθερία-Το Ωραίο, το υψηλό και το αγαθό (ας συσχετισθεί αυτό ειδικά με την επόμενη βιβλιοκρισία μου) 10. Ελευθερία και φύση 11. Μια ιστορία της ελευθερίας; Νομίζω ότι από τις θεματικές και μόνο μπορεί κανείς να πάρει μιαν ιδέα για τη σημαντικότητα αυτού του βιβλίου. Τέλος, ο Guyer, ευφυέστατα, στο πέρας κάθε κεφαλαίου επιχειρεί μια Σύνοψη των εκτεθέντων και επίσης παρέχει, συνοδευόμενη από χρησιμότατα σχόλιά του, μιαν ενδεικτική στο θέμα βιβλιογραφία, που κυριολεκτικά προσανατολίζει, εύστοχα, το μελετητή. Ασφαλώς, δεν θα παρουσιάσω εδώ την καντιανή φιλοσοφία. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της βιβλιοκρισίας αυτής. Κάτι τέτοιο θα ήταν «εκτός θέματος». Επίσης, το αυτό θα συνέβαινε με την οιαδήποτε κριτική της από τον γράφοντα. Στόχος αυτής της ολότελα τηλεγραφικής βιβλιοκρισίας, που αγχωμένη προσπαθεί να περιορισθεί στα απαραιτήτως αναγκαία και να μην καταλάβει μεγάλο χώρο στο φιλόξενο Φρέαρ, είναι να παρουσιάσει απλά ένα έξοχο βιβλίο κι ένα γενναιότατο εκδοτικό εγχείρημα που πλουτίζουν τη χώρα μας. Θέμα μου δεν είναι ο Καντ, είναι τα περί Καντ δια του Guyer και μόνον. Έτσι, σε γενικές γραμμές, η ανάγνωση του Guyer πάνω στον Καντ επιδιώκει, όσο αυτό είναι δυνατόν (…), τη μεγαλύτερη δυνατή αμεροληψία, που συνοδεύεται από μια ανανεωτική ματιά… εντός του Καντ, τολμώ να πω. Δηλαδή, δεν μεταπίπτει σε ένα χ είδος νεοκαντιανισμού, που σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιεί τον Καντ ή τις καντιανές έννοιες για να πει, εν τέλει, κάτι διάφορο του Καντ ή να ερμηνεύσει τη φιλοσοφία του βάσει μιας χ φιλοσοφίας του Guyer, αλλά βούλεται να αναδείξει τον Καντ μέσα στον Καντ, χωρίς να παραιτείται από τον… συγχρονισμό του, τον οποίο τον ανιχνεύει ενδογενώς, δηλαδή μέσα στην Καντιανή φιλοσοφία και όχι εξωγενώς. Φυσικά αυτό δεν συνιστά επ’ ουδενί μια βίαιη κίνηση, όπως πλήθος ανάλογες «εκσυγχρονιστικές», αλλά μια ήπια και γεμάτη σεβασμό ανίχνευση. Έτσι, με τον τρόπο αυτό, ο Guyer φέρνει τον Καντ κοντά στο σήμερα, υποβάλλοντας, επίσης, καντιανές κατηγορίες και θεωρήσεις προς διάλογο με τα σύγχρονα δεδομένα. Φωτίζει, απροσδόκητα κάποτε, καθιερωμένες απόψεις περί Καντ και αναδεικνύει πλευρές του καντιανού έργου που έμεναν αφώτιστες, συσκοτισμένες, αναξιοποίητες πιθανώς, ή περίκλειστα στατικές. Οι γωνίες θέασης και το σύγχρονο αναγνωστικό φως του Guyer πάνω στο Καντ είναι τουλάχιστον ελκυστικά. Ο Καντ αποδρά συχνά από τον καθιερωμένο (παραποιημένο;) εαυτό του, όποτε η μελέτη του Guyer θεωρεί ότι η (στείρα) παραδοσιακή ανάγνωση αδικεί το φιλόσοφο. Έτσι, ο εμβριθής μελετητής του Γερμανού φιλοσόφου εισηγείται συχνά μια νέα δυναμική του καντιανού έργου, ολότελα γοητευτική και απροσδόκητη και προπαντός γόνιμα και …πιστά στον Καντ… αναθεωρητική. Κατά τούτο, η ανάγνωση του Guyer δεν είναι μια στείρα καντιανή αναπαραγωγή, μια στατική και καθιερωμένα συμβατική ανάγνωση. Ο μεταφραστής (βλ. σελ. 13) θέτει, σχετικά, ένα ερώτημα: «…μπορεί άραγε να εκληφθεί ως οριστική η ερμηνεία που εισηγείται ο Paul Guyer σχετικά με το έργο του Κάντ;». Κι απαντά ευστοχότατα : «…να τολμήσουμε να σκεφτούμε για λογαριασμό μας –τον Καντ ή μ α ζ ί μ ε τον Καντ. Αυτός, λέω, είναι ο στόχος».

maxresdefault

Paul Guyer

Εδώ, ωστόσο, οφείλω να κάνω μια μικρή παρατήρηση, που δικαιολογεί, νομίζω, την ύπαρξη μιας ευρύτερης αναγνωστικής πολιτικής, που άφευκτα συμβαίνει να ακολουθείται απ’ όλους λίγο-πολύ. Το εκάστοτε ξαναδιάβασμα δεν είναι, ουσιαστικά, ένα φρεσκάρισμα μόνο του εκάστοτε κειμένου. Φυσικά, είναι και αυτό. Όχι, όμως, αποκλειστικά. Το διάβασμα είναι, κάποτε και κυριότατα ό,τι το κείμενο, ως ένα ον-τιθέμενο-ως-έχει, μπορεί να εκμαιεύσει και να φέρει στον ορίζοντα συνείδησης του εκάστοτε μελετητή. Ό,τι μπορεί να αναδυθεί από το ήδη κατατεθειμένο κείμενο. Έτσι, το καντιανό κείμενο, όπως και κάθε κείμενο (βλ. και εδώ), εκμαιεύει αφεαυτού, δια της ανάγνωσης του μελετητή, ό,τι τα κειμενικά του στοιχεία μπορούν να εκλύσουν. Δεν εννοώ μ’ αυτό τις διάφορες, νόμιμες… φυσικά, αναθεωρητικές αναγνώσεις που μπορούν να παραποιούν και να αυθαιρετούν ή να ελευθεριάζουν ασυστόλως. Εννοώ, κυρίως, την ανάδυση εκείνων των στοιχείων που το ίδιο το κείμενο διαθέτει ως-ούτως-τιθέμενο-ον εξαρχής και τα οποία δεν έχουν διανυθεί μέχρι τις άκρες συνέπειές τους ή τα απώτατα βάθη τους, ακόμη και από τον ίδιο το συγγραφέα τους. Χαριτολογώντας θα έλεγα πως αυτή η ανάγνωση είναι μια ανάγνωση με στόχευση το κείμενο… an sich. Δεν επεκτείνομαι περισσότερο. Κλείνοντας τη λαχανιασμένη αυτή βιβλιοκρισία και μη λησμονώντας στιγμή πως γράφεται σε στήλες λογοτεχνικού περιοδικού, θέλω να πω ότι ιδιαίτερη λογοτεχνική σημασία έχουν οι σελίδες 515-555 και ειδικότερα οι σελίδες από την 543 σελ. και εξής. Η αισθητική θεωρία του Καντ είναι άλλωστε κάτι που οφείλει να έχει υπόψη του καθένας που ασχολείται με την Τέχνη. Παραθέτω ελάχιστα αποσπάσματα που κρίνω ενδεικτικά τόσο για τη σκέψη του Καντ περί αισθητικής όσο και του τρόπου γραφής του Guyer: «Το χωρίο αυτό υποβάλλει μια ιδέα για το πώς μπορεί να επιλυθεί ένα ακόμη παράδοξο σχετικά με τις καλές τέχνες: Ακόμη και αν ένα ωραίο αντικείμενο είναι προϊόν ελεύθερου παιχνιδιού φαντασίας και διάνοιας στον καλλιτέχνη που το δημιουργεί, πώς μπορεί να παράγει αντίστοιχο ελεύθερο παιχνίδι… σε ένα μέλος του α κ ρ ο α τ η ρ ί ο υ ;… Η απάντηση του Κάντ είναι ότι ένα έργο ιδιοφυίας είναι υπόδειγμα πρωτοτυπίας ακριβώς επειδή μπορεί να διεγείρει το ελεύθερο παιχνίδι φαντασίας και διάνοιας στους άλλους…», (βλ. σελ. 535-536). Επίσης: «Ο ορισμός αυτός μοιάζει παράδοξος: ένα καλλιτεχνικό έργο πρέπει να είναι προϊόν που δημιουργείται για να παραγάγει ένα ελεύθερο παιχνίδι γνωστικών δυνάμεων…», (βλ. σελ. 534).

∞ ∞ ∞

13140699_1124308200954908_14232319_nΤο βιβλίο του Γιάννη Τζαβάρα Ανθολόγιο Αισθητικής συνιστά μια ακόμη έξοχη εκδοτική πράξη των εκδόσεων Gutenberg, αλλά και ένα ακόμη θαυμάσιο βιβλίο του γνωστού Έλληνα διανοητή και πανεπιστημιακού. Ο Τζαβάρας προτάσσει του ανθολογίου μια συνοπτική πλην όμως εύχρηστη και κατατοπιστική εισαγωγή, η οποία, δόξα τω Θεώ που μεριμνά λιγουλάκι για την Ελλάδα, έχει κι έναν πρακτικό, επιτέλους, χαρακτήρα κι επίσης παραινεί και παροτρύνει προς μια γόνιμη ΧΡΗΣΗ του ανθολογίου από τους αναγνώστες. Η έκδοση συνοδεύεται από χρησιμότατο επίμετρο και ικανοποιητική βιβλιογραφία. Το ανθολόγιο χωρίζεται σε τρία μέρη, καλύπτοντας το θέμα από την αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή αισθητική, μέχρι την αισθητική των Μέσων Χρόνων και του Βυζαντίου και φυσικά τη νεότερη και σύγχρονη αισθητική θεωρία. Το βιβλίο συμβάλλει εξαιρετικά και παιδευτικά στη φιλοσοφική μόρφωση των Ελλήνων. Τιτάνες της σκέψης που έχουν συλλογισθεί πάνω στο θέμα ανθολογούνται με τρόπο δημιουργικό, ώστε τα υπό πραγμάτευση επιμέρους θέματα να εμπεδώνονται γόνιμα στη συνείδηση του αναγνώστη. Σταχυολογώ, επιτροχάδην, κάποια από τα ιλιγγιώδη αυτά ονόματα: Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής, Δημόκριτος, Πλάτων, Αριστοτέλης, Πλωτίνος, Μεγ. Αθανάσιος, Βασίλειος ο Μέγας, Αυγουστίνος, Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Ακινάτης, Σπινόζα, Λάιμπνιτς, Καντ, Χέγκελ, Νίτσε, Φρόυντ, Χάιντεγκερ. Ο Τζαβάρας, στην εισαγωγή του, εκθέτει τον προβληματισμό σχετικά με την έννοια του Ωραίου και της Τέχνης, όμως δεν παραλείπει να θίξει και την έννοια του καλλιτέχνη. Αυτό, θεωρώ, είναι εξαιρετικά εύστοχο. Τονίζω, εμφατικά, τη θέση του Τζαβάρα (βλ. σελ. 23) ότι «…καλείται το κατεξοχήν υπόβαθρο της Αισθητικής, η αίσθηση (κυρίως το μάτι και το αυτί), να συνεργαστεί με τη νόηση σε έναν ενδεχόμενο διάλογο.», που ενισχύει τα εκτεθέντα σε πρόσφατη έρευνά μου σχετικά με το Μέτρο σε σχέση με τον οφθαλμό (βλ. εδώ και εδώ). Πρόκειται, κοντολογίς, για ένα εύχρηστο παιδαγωγικό βιβλίο, ένα εξαιρετικά ευχάριστο, αναγνωστικά, κείμενο. Τα σχόλια είναι ελάχιστα, ωστόσο χρήσιμα, και προπαντός δεν επιβαρύνουν τα λήμματα που ανθολογούνται. Η σκέψη της ανθολόγησης αισθητικών κειμένων δεν ανήκει στον Τζαβάρα. Άλλωστε, ο ίδιος αναφέρει: «Το παρόν Ανθολόγιο Αισθητικής δεν είναι το πρώτο ούτε το τελευταίο του είδους του» (σελ. 167). Ωστόσο, το θετικότατο είναι η πρόταση του Τζαβάρα για μιαν ελληνική συμβολή στο θέμα: «Ενδείκνυται, λοιπόν, μια σύγκριση και μια αντιπαράθεση με παρόμοια βιβλία.» (σελ. 167).

1508985_691042124250616_1264806995_n

Σχόλιο στη σύγχρονη αισθητική

Το Ανθολόγιο, για όσους δεν μπορούν να δουν ή δυσκολεύονται να αντιληφθούν την άρρηκτη σχέση Φιλοσοφίας-Τέχνης, ξεκινά με σαπφικό απόσπασμα και το αναφέρω αυτό, ιδιαίτερα, καθώς το παρόν κείμενο γράφεται σε στήλη λογοτεχνικού περιοδικού. Άλλωστε, ο Adorno το λέει ξεκάθαρα και δίχως περιστροφές: «Κάθε έργο τέχνης χρειάζεται για την πλήρη κατανόησή του τη θεωρητική σκέψη και κατά συνέπεια τη φιλοσοφία…», (βλ.σελ. 158). Θεωρώ το βιβλίο κληροδότημα του Τζαβάρα στη φιλοσοφική παιδεία μας κι ελπίζω να εκτιμηθεί όπως του αξίζει, εντασσόμενο στα εγχειρίδια της μέσης εκπαίδευσης. Δεν θα κρίνω εδώ τη λημματογράφηση, ούτε φυσικά και τις γνώμες περί Αισθητικής των ανθολογουμένων διανοητών. Αφήνω τον αναγνώστη να απολαύσει, κυριολεκτικά, μόνος του την ύλη του βιβλίου. Να την απολαύσει αναγνωστικά και στοχαστικά. Εξαίρεση κάνω μόνον για το πρώτο λήμμα, εκείνο της Σαπφούς, που μέσα στην απλότητά του και στην απλή ποιητική του ματιά θέτει ένα ολόκληρο βουνό προβληματικής. Πιθανόν έτσι, να μπορέσει ο αμύητος, ίσως, στο θέμα αναγνώστης να αντιληφθεί και κυρίως να αισθανθεί τη μέγιστη σοβαρότητα του Αισθητικού προβλήματος: «ο μεν γαρ κάλος όσσον ίδην πέλεται <κάλος>, ο δε κάγαθος αύτικα και κάλος έσσεται» (σελ. 29), και στη μετάφραση του Τζαβάρα: «Ένας ωραίος είναι μόνο στην εμφάνιση ωραίος, ενώ ένας καλός είναι συνάμα και ωραίος».

∞ ∞ ∞

IMG3def8ec97aa08624b481211d0962dcf6Ο Ελύτης έκανε λόγο κάποτε για «χωρικούς των Αθηνών» (βλ. Εν λευκώ, σελ. 226). Όχι πως υπάρχουν αποκλειστικά στην Αθήνα και δεν τους συναντά κανείς στις Βρυξέλλες ή στο Βερολίνο. Απλά, όταν τους συναντά κάποιος κάτω από την Ακρόπολη το θέαμα είναι ασυγκρίτως πιο επώδυνο και τραυματικό λόγω μεγάλης διάρκειας, πορείας και βάθους… Εγώ πάλι δεν χάνω ευκαιρία να μην καταφερθώ εναντίον της ελληνικής καθυστέρησης, υπηρετώντας, με τον τρόπο αυτό, την πατρίδα μου. Και ρωτώ: έπρεπε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας, ώστε να πολιτογραφηθεί επιτέλους στην ελληνική ένα έργο που σημάδεψε τον 20ό αιώνα και διαβάστηκε παγκοσμίως; Ακριβώς, καθώς θα δει ο αναγνώστης παρακάτω, όπως γίνεται και με το παρακάτω παρουσιαζόμενο βιβλίο σχετικά με τη Θεωρία παιγνίων. Η συμπτωματολογία, συνεπώς, που παρουσιάζει η χώρα μας δεν είναι τυχαία. Ας είναι, δεν επεκτείνομαι. Επιτέλους λοιπόν: Oswald Spengler Η παρακμή της Δύσης. Ένας εκδοτικός άθλος των εκδόσεων Gutenberg που αποσπά την απόλυτη επιδοκιμασία μας. Μια άρτια, από κάθε άποψη, έκδοση του μνημειώδους έργου. Την εργώδη και δόκιμη μετάφραση του ογκώδους έργου υπογράφει ο Λ. Αναγνώστου, ο οποίος πλουτίζει, και με σημειώσεις του επί του έργου, τη συνολικήν εκδοτική προσπάθεια. Το δίτομο έργο καλύπτει εισαγωγή του ίδιου του Spengler και ευρετήριο κυρίων ονομάτων. Φυσικά, στην έκδοση περιλαμβάνονται και οι σπεγκλεριανοί πίνακες περί Τέχνης, Πνεύματος κ.λπ. Το έργο, όπως και στην εποχή εκδόσεώς του από τον Spengler, χωρίζεται σε δύο τόμους: Α΄ Περιγράμματα μιας μορφολογίας της παγκόσμιας ιστορίας (Μορφή και Πραγματικότητα), Β΄ Περιγράμματα μιας μορφολογίας της παγκόσμιας ιστορίας (Κοσμοϊστορικές προοπτικές). Ενδεικτικά αναφέρω κάποιους τίτλους κεφαλαίων για τον ανεξοικείωτο με τον Spengler αναγνώστη: Το νόημα των αριθμών, Μακρόκοσμος (Απολλώνεια, φαουστική, μαγική ψυχή), Μουσική και γλυπτική, Φαουστική και απολλώνεια γνώση της φύσης, Προβλήματα του αραβικού πολιτισμού (Η μαγική ψυχή), Το κράτος (φιλοσοφία και πολιτική) κ.ά. Σημειώνω, για τους επίδοξους αναγνώστες του έργου, ότι βιβλία σαν κι αυτά διαβάζονται ολόκληρα. Από την πρώτη λέξη μέχρι την τελευταία. Καθότι το ασύλληπτα ευρύ φάσμα των πραγματευόμενων αντικειμένων μπορεί να γίνει δημιουργικά προσληπτό, αναγνωστικά, μόνον μέσα από την ολότητα της εποπτείας του υλικού εκάστου εξ αυτών. Άρα, μόνον διερχόμενοι όλη την έκταση του βιβλίου, καθώς αυτά επανέρχονται πάλι και πάλι σ’ όλη του την έκταση, μπορούμε να μορφώσουμε σαφή γνώμη και άποψη. Απαντώντας για μιαν ακόμη φορά στο υποθετικό ερώτημα γιατί ο Spengler στις σελίδες βιβλιοκρισίας ενός λογοτεχνικού περιοδικού θα έλεγα, όπως συχνά έχω υπαινιχθεί από τη στήλη αυτή, ότι η ποίηση και η λογοτεχνία δεν ανήκουν στον εαυτό τους και το ίδιο συμβαίνει με τη θεολογία, τη φιλοσοφία ή τη μουσική. Με τον Spengler έχουμε έναν ακόμη λόγο: πιστεύει ότι μελετά κανείς και εισδύει στα ιστορικά φαινόμενα και δεδομένα ενορατικά, δηλαδή με τον τρόπο της Ποίησης. Κατά τούτο, ο Spengler αποδεικνύεται και αρκούντως μπερξονικός. Επίσης, έχει κυριολεκτικά οδηγό του μέχρι τάφου τον Γκαίτε. Δεν επεκτείνομαι περαιτέρω, ας μιλήσει ο ίδιος ο συγγραφέας (βλ. σελ. 80): «Ο Πλάτων και ο Γκαίτε αντιπροσωπεύουν τη φιλοσοφία του γίγνεσθαι… Από τη μια έχουμε τη διαίσθηση, από την άλλη την ανάλυση. Ό,τι διανοητικά δεν μπορεί να κοινοποιηθεί το βρίσκουμε σε μεμονωμένες παρατηρήσεις και πονήματα, όπως …Πρωτογενείς λέξεις Ορφικές, και σε στροφές «Όταν στο άπειρο» και «Μην το πεις σε κανέναν». Στην ακόλουθη ρήση δεν θα ήθελα να αλλάξω ούτε μία λέξη: «Η θεότητα ενεργεί στα ζωντανά, όχι όμως στα νεκρά΄ υπάρχει στα γιγνόμενα και μεταμορφωνόμενα, όχι όμως στα προϊόντα του γίγνεσθαι και τα παγιωμένα…» (Γκαίτε προς Έκερμαν). Αυτή η ρήση περιέχει ολόκληρη τη φιλοσοφία μου.»

Σχηματικά, έστω, θα δώσω μια γενική εικόνα της προβληματικής που θέτει η σπεγκλεριανή πνευματική κατάθεση, καθώς από τη μια δεν προσπερνιέται έτσι απλά και από την άλλη οφείλω να σκιαγραφήσω κάπως, για τον Έλληνα αναγνώστη, τα προβλήματα που θέτει η κατάθεση αυτή, ελπίζοντας να φανεί πόσο αναγκαίο είναι να εντρυφήσει κανείς στο ίδιο το βιβλίο. Αρχικά, ο συγγραφέας διακηρύσσει το τέλος (Παρακμή) του δυτικού πολιτισμού. Διακήρυξη κατατεθειμένη εδώ και 100 χρόνια. Η πιθηκίζουσα τη Δύση Ελλάδα, που συνεχώς αντιγράφει πάσης φύσεως δυτικά μοντέλα για να τα ενσωματώσει σε κάθε πτυχή του κοινωνικού βίου, έχει ψυλλιαστεί, έστω, ότι κάτι στραβό, πιθανόν, υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας; Πολυτρόπως στραβό, ίσως. Έχει, βάσει αυτού, κάποια αντιπρόταση που θα θεμελιώνεται σε κάποια δική της εφαρμόσιμη και πιθανόν λυτρωτική για την Ευρώπη ιδιαιτερότητα; Δεν αναπτύσσω περισσότερο. Ωστόσο, αν υποτεθεί, σύμφωνα με τον Spengler, ότι η Παρακμή της Δύσεως είναι πια μια μόνιμη (ή και η μόνη) κατάσταση στην οποία τελεί ο δυτικός πολιτισμός, τότε, με δεδομένα τα ιστορικά γεγονότα του 20ού και 21ου αιώνα (ο συγγραφέας δεν έχει δει την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τα επακόλουθά του…), το βιβλίο αυτό του Spengler είναι κάτι παραπάνω από εξαίσιο βοήθημα συνειδητοποίησης της πραγματικότητας: είναι μια εργαλειακή πρόταση εντοπισμού και διαχείρισης κρίσεων. Είναι μια απόπειρα της φυσιολογίας των πολιτισμών. Ανεπιτυχής ή μερικώς εσφαλμένη δεν έχει ουδεμία σημασία. Αυτό που μετρά καταλυτικά είναι η ίδια η σπεγκλεριανή πρόταση. Νομίζω πως η θεωρία του Spengler διατηρεί, πέρα από κάθε κριτική που έχει υποστεί, ένα ασυναγώνιστο προσόν. Ωθεί τον άνθρωπο να τηρεί αποστάσεις. Αποστάσεις από οτιδήποτε. Θεό, ιδέες, ιδεολογίες, μεταφυσικές. Αποστάσεις από την ίδια τη μήτρα που τον περιέχει: τους πολιτισμούς. Αποστάσεις, τουλάχιστον, εν πνεύματι και υποψιασμώ. Κι αυτό είναι κάτι που το έχει απόλυτη ανάγκη η νεοβαρβαρική (εν μέρει…) και κατά τούτο νεοφονταμενταλιστική εποχή μας, όπως τόνιζα σε μια πρόσφατη ομιλία μου (βλ. εδώ). Αποστάσεις που φιλοδοξούν να διατηρήσουν μιαν αρχέγονη ελευθερία εντός του υποκειμένου ως τέτοιου. Δεν προχωρώ, σταματώ εδώ. Ο συγγραφέας, λοιπόν, επιχειρεί μια φιλοσοφία της ιστορίας (και του πολιτισμού). Κάτι που και ως όρο ακόμη πρωτοεισηγήθηκε ο Βολταίρος και το αναφέρω αυτό διότι είναι καλό πάντοτε, προς αποφυγή λογής μυθοπλασιών, να αποδίδονται τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο Spengler αποπειράται, ουσιαστικά, μια φυσιολογία, όπως ήδη αναφέραμε, των πολιτισμών. Μια βιολογία τους. Ασχέτως το τι πιστεύω εγώ ή κάποιοι άλλοι είναι χρήσιμο να θέσουμε, έστω και εντελώς σχηματικά, το ερώτημα: Υπάρχει μια τέτοια; Αν υπάρχει, τότε αυτό υποδηλώνει πως αυτή και οι πολιτισμοί υπακούουν, αν θέλετε, σε γενικούς και αναλλοίωτους (ολότελα ΦΥΣΙΚΟΥΣ) νόμους που ισχύουν, άφευκτα, παντού και πάντοτε, τόσο για το ειδικό και μερικό όσο και για το γενικό και καθολικό; Σημειώνω ότι και η ηθική, από το Νίτσε ακόμη, παρουσιάζεται να υπακούει σε ένα τέτοιο φυσιοκρατικό/βιολογικό μοντέλο, παρουσιαζόμενη, εν πολλοίς, ως βιολογικό εξελικτικό φαινόμενο, πράγμα που δεν απέχει καθόλου από την αντίληψη του Μπ. Σω για τα πράγματα αυτά, για να θυμηθώ τον δουβλινέζο δραματουργό μια και βρισκόμαστε σε στήλη λογοτεχνικού περιοδικού.

ADN-ZB Spengler, Oswald Geschichtsphilosoph geb. 29.5.1880 Blankenburg/Harz gest. 8.5.1936 Mόnchen

Oswald Spengler

Προχωρώ. Θεμελιώδους σημασίας για τη σπεγκλεριανή σκέψη είναι η διάκριση μεταξύ τεχνολογικού και πνευματικού πολιτισμού. Ο Spengler θεωρεί ως πρώτη και σαφή ένδειξη πολιτισμικού θανάτου την επικράτηση του πρώτου επί του δευτέρου, του Zivilization επί του Kultur. Κάθε Kultur πεθαίνει ως Zivilization. Ο συγγραφέας επισημαίνει, μάλιστα, ότι σαφής ένδειξη αυτής της πορείας καθόδου, της παρακμιακής πορείας, είναι η ατονία του μεταφυσικού ερωτήματος (ελευθεριάζοντας ερμηνευτικά θα έλεγα: περιφρόνηση και απαξίωση της οντολογίας και λογής εκφάνσεις αθεϊσμού και… θεϊσμού, συμπεριλαμβανομένων και των καθιερωμένων θρησκευτικών ομολογιών) και η στροφή στον τεχνικό πολιτισμό (κάθε χ Wall Street εν γένει θα συμπλήρωνα) έναντι της απαξίωσης προς τα πνευματικά. Αν έτσι, τότε είμαστε όλοι ήδη από τον 19ο αιώνα στο νεκροκρέβατο και μπορεί στη Δύση να τίθεται αυτό ως προβληματισμός, στην Ελλάδα, όμως, χοροπηδούν ξεφαντώνοντας γηπεδικά. Το σχήμα της σπεγκλεριανής σκέψεως μοιάζει μανιχαϊκό και καθαρολογικό. Εν πάση περιπτώσει, προκύπτει ως σχήμα που δεν ευνοεί τις μισγάγκειες και τις ηρακλείτειες ξυλλάψιες (βλ. απ. 25/10). Είναι γεγονός ότι η εναρμόνιση των δύο και κυρίως ο τρόπος εναρμονίσεως τους αποτελούν εσαεί προβλήματα, τα οποία τίθενται με οξύτητα μάλιστα. Ειδικά στον αιώνα μας επιτακτικά. Εν τούτοις είναι σαφές, νομίζω, πως η σχετικοποιημένη αντίληψη της απολυτοποιημένης θέσης του Spengler για τη δυσαρμονία, ενίοτε, των δύο αυτών μεγεθών είναι κάτι που πρέπει σοβαρά να λάβουμε υπόψη. Εννοώ πως πρέπει να είμαστε διαρκώς σε επιφυλακή οριοθετώντας κινητικά τις σχέσεις των δύο. Είναι προφανές πως στην εποχή μας η επικράτηση του τεχνικού πολιτισμού εις βάρος της πνευματικότητας είναι δεδομένη και μοιάζει, επίσης, δίχως επιστροφή. Απομένει, ωστόσο, η ερωτική συνομιλία τους, που προϋπόθεσή της είναι η απόλυτη ελευθερία, εδώ… άνευ ορίων άνευ όρων.

Ο Spengler θεωρεί ότι τελούμε υπό τη σκέπη ενός και μοναδικού πολιτισμού: του δυτικοευρωπαϊκού-αμερικανικού. Λέει απερίφραστα (σελ. 81): «Το θέμα […] είναι […] μια ανάλυση της παρακμής του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, που είναι διαδεδομένος σε ολόκληρο τον πλανήτη.». Έχει κάποιος αντίρρηση; Πάνω σ’ αυτό θα πρέπει να συλλογισθούν θαρραλέα οι λογής παραδοσιόπληκτοι και παραδοσιοκράτες, οι οποίοι φονταμενταλίζουν ασύστολα (εν τη παρακμή αυτών), αν ο ΤΡΟΠΟΣ με τον οποίο αρθρώνουν τη χ πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα και ιδιοσυστασία είναι αυτός τούτος ο δυτικοευρωπαϊκός-αμερικανικός πολιτισμός, για τον οποίο κάνει λόγο ο Spengler, ή όχι. Προσωπικά βλέπω ότι είναι μόνον αυτός, ακόμη και για πολιτισμούς που κουβαλούν στην πλάτη τους 5000 χρόνια ζωής. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μήπως στο σημείο αυτό βρισκόμαστε ενώπιον μιας ακόμη αιτίας του θανάτου των πολιτισμών; Είναι δηλαδή το εκάστοτε Imperium και η συνακόλουθη προς αυτό λογής Pax μια αιτία που καταστρέφει ιδιοπροσωπίες; Μπορεί η αιτία εξαφανίσεως πολιτισμών να είναι ο… πολιτισμός;

WILLIAM KENTRIDGE8

Ζωγραφική: William Kentridge

Ας θέσουμε λίγα ακόμη (ακανθώδη) ερωτήματα που δεν απασχόλησαν τη σκέψη του Γερμανού φιλοσόφου κι ωστόσο προκύπτουν άμεσα από την ανάγνωση του έργου του: Η «μέθοδος» Spengler, ως ένα εργαλείο που προκύπτει από τη συγκριτική μορφολογία των πολιτισμών, θα επέτρεπε τη χειραγώγηση της Ιστορίας από εμάς τους ίδιους (εν τέλει, με άλλα λόγια, την απομάκρυνση των –πολιτισμικών- θανάτων); Μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο; Δηλαδή, το αχειραγώγητο της Ιστορίας και η παρέμβασή μας σ’ αυτήν βάσει του σπενγκλερικού μεθοδολογικού εργαλείου; Επίσης, πόσο …ανθεκτικός είναι ο επιθανάτιος ρόγχος των πολιτισμών; Κατά πόσο και πώς ζουν μια… μεταθανάτια ζωή; Μπορούν να «κυκλοφορούν» ως ζόμπι; Οι υπολογισμοί της ημερομηνίας θανάτου τους (ο Spengler φαίνεται να αρέσκεται σ’ αυτούς…) είναι ουσιωδώς λανθασμένοι, καθώς τα πολιτισμικά μεγέθη είναι εκ φύσεως ανεξέλεγκτα; Ποια η τροπικότητα της νέκρωσης; Τι χαρακτήρα έχει; Πώς υπάρχει η… νέα ζωή εντός των νεκρών πολιτισμών; Αναστρέφει η καθοδική πορεία προς τη νέκρωση; Ξεχωρίζει έτσι εύκολα ο θάνατος από τη ζωή, για να θυμηθούμε τον έτερο Γερμανό Ρίλκε; Θα παρατηρούσαμε, ως νόμο γενικό, πως ό,τι είναι ζωντανό παράγει, γεννά. Ό,τι είναι νεκρό παρουσιάζει μια στειρότητα, κάτι άγονο. Συνεπώς, ας εποπτεύσει κάποιος πού συνεχίζεται το γεννοβόλημα και πού η ακαρπία, ώστε να εντοπίσει χώρους νεκροταφείων ή πλατειών. Προσωπικά, και για να τονίσω πόσο δύσκολοι είναι οι διαχωρισμοί και οι στεγανοποιήσεις, αντικρίζω πολύ αιγυπτιακό, λόγου χάρη, πολιτισμό στον… ενιαίο άνθρωπο και συνεπώς αθανασία των πολιτισμικών μορφωμάτων, η οποία στριφογυρίζει γύρω από ένα κέντρο μεθόριο μεταξύ φυσικής και μεταφυσικής, που συμβαίνει να λέγεται … «άνθρωπος».

ton-frintrix-nitse-tima-i-google

Φρ. Νίτσε, ο κατεξοχήν κριτής του δυτικού πολιτισμού

Φυσικά, η ανίχνευση γενικών νόμων είναι κάτι που απεμπλέκει από ιδεολογικές απολυτότητες και καθαρότητες και είναι ίδιον ενός βαθυνούστατου στοχαστή. Ο δικός μας ιστορικός Φραντζής, προλαβαίνοντας τον Γερμανό, αναφέρει με εκείνο το εκπληκτικό «ώσπερ», εν είδει νόμου, που χρησιμοποιεί: «Ώσπερ τοίνυν η των Ασσυρίων βασιλεία κατελύθη υπό των Βαβυλωνίων, η δε των Βαβυλωνίων υπό των Περσών, η δε των Περσών υπό των Μακεδόνων, ούτω και η των Ρωμαίων κατελύθη υπό των Οσμανλιδών» (ιδού η ανεπεξέργαστη ελληνική συμβολή στο θέμα πολύ πριν τον Spengler). Αυτά τα «ώσπερ» και «ούτω» συνιστούν μια φυσιολογία, έναν ιστορικό και πολιτισμικό νόμο, που είναι λυτρωτικός λογιών φανατισμών και αγκυλώσεων. Ο Spengler τους ανιχνεύει επιμελώς. Όμως, οι νόμοι αυτοί δεν θα πρέπει να συνιστούν νάρθηκες που φοράμε στο Υπαρκτό. Επί του θέματος λοιπόν, η συμπτωματολογία που εκθέτει ο Spengler μπορεί να παρουσιάζεται προβληματική, οι εκτιμήσεις ενίοτε να σφάλλουν, όμως η ΛΟΓΙΚΗ του εγχειρήματος παραμένει, έστω και υπό συσκότιση κάποτε, έστω απρόβλητη. Θεωρώ ότι τα ιστορικά σφάλματα στα οποία υπέπεσε ο γερμανός και απέδειξε αργότερα η ιστορική έρευνα πως δεν κλονίζουν στο ελάχιστο τη Λογική της μεθόδου του ή και των συμπερασμάτων του ακόμη. Επίσης, τα όσα αστήρικτα λέει, λόγου χάρη, για τη σχέση απώθησης μεταξύ (της έννοιας του) Απείρου και Ελλήνων (και όχι μόνον), όπως επίσης και τα περί Αρχιμήδη, καθώς υφίσταται απειροστική ανάλυση στον Αρχιμήδη και επίσης ο μαθηματικός μας έγραψε ποίημα διατυπώνοντας το βοεικό πρόβλημα, από το οποίο προκύπτει εμφανέστατα λογιστικός στοχασμός. Επίσης, η καταγωγή του αλγεβρικού λογισμού δεν είναι αραβική, αλλά αριστοτελική και σταματώ εδώ για να μην αναφέρουμε πολλά άλλα ακόμη φιλοσοφικά και μαθηματικά ολισθήματα του Γερμανού φιλοσόφου. Ωστόσο, πέρα απ’ όλα αυτά το μείζον ζήτημα είναι αυτό: Υπάρχει κάποια ΛΟΓΙΚΗ της Ιστορίας; Αυτό το ερώτημα βασανίζει τον Spengler. Και αν υπάρχει πόσο ανιχνεύσιμη είναι και με ποιον τρόπο; Φυσικά, αν δεχθούμε κάτι τέτοιο είναι προφανές λογικά, νομίζω, πως ομιλούμε ουσιαστικά περί μεταφυσικής της Ιστορίας κι εδώ είναι το σημείο που συναντιέται ο Μαρξ και ο Βασίλειος ο Μέγας… Δεν είναι τυχαίο που ο Spengler επιθυμεί να υιοθετεί συχνά προφητικούς (!) τόνους και η γενικά και καταληκτικά ηρωική και απαισιόδοξη στάση του δεν μπορούν να κλονίσουν τη λογική του ίδιου του εγχειρήματός του, ούτε κι όταν ο ίδιος μοιάζει να επιτίθεται εσωτερικά στο οικοδόμημά του. Άλλωστε, η προσπάθεια του Τόυνμπυ να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο μαρτυρεί περί της σοβαρότητας της σπενγκλεριανής θέασης. Αν, λοιπόν, υφίσταται μια Λογική της Ιστορίας (ενθαδικά ή υπερβατολογικά άσχετον) τότε θέλει δεν θέλει ο Spengler δεν είναι προφήτης, ούτε μάγος, αλλά επίδοξος ερμηνευτής φυσικών νόμων (κυριολεκτικά απολυτρωτικών για όλους μας, λόγω των ενορμήσεων μας κατεξουσίασης και φονταμενταλισμού), ο οποίος με το εγχείρημα θεμελίωσης μιας χ μεθοδολογίας επιζητεί να αποκαλύψει τους νόμους αυτούς. Η μεθοδολογία Spengler είναι καλό που τίθεται με την πρόταξη των μαθηματικών και τη χρήση της αναλογίας. Ειδικά της αναλογίας. Κατ’ εμένα η αναλογία έχει έναν δημοκρατικά…μεταφυσικό χαρακτήρα και δύναται να λάβει απροσδόκητη πλην όμως αποκαλυπτική… θεολογική (!) κρηπίδωση. Φυσικά, αυτό δεν είναι απαραίτητο να συμβεί. Ούτε υποχρεωτικό. Είναι, όμως, γοητευτικό και ριψοκίνδυνα ταξιδευτικό. Η αναλογία στον Spengler συμβαίνει και εκτίθεται εργαλειακά και όχι αμέθοδα και τυχαία (όπως π.χ. η ανεπεξέργαστη θέαση Φραντζή που προαναφέραμε). Η βλέψη του Spengler να επιτευχθεί μια Μορφολογία της παγκόσμιας ιστορίας είναι μια βλέψη που ουσιαστικά συνδηλώνει μια μεταφυσική θέαση (όπως είπαμε, ενδοκοσμικά μεταφυσική ή υπερβατικά άσχετον) και, κατά τούτο, θα ήταν επιτρεπτή, έστω και αυθαίρετα…, μια χ θεολογική της εκμετάλλευση. Όμως, δεν είναι στα πλαίσια του παρόντος κειμένου να επεκταθώ σ’ αυτό. Ελπίζω η σύσταση αυτή του κειμένου του γερμανού στοχαστή να οδηγήσει κατευθείαν στην αναγνωστική κάθετη βουτιά μέσα στο έργο του Spengler.

∞ ∞ ∞

13153269_1124308957621499_909501451_nΤέλος, Robert Gibbons Εισαγωγή στη Θεωρία Παιγνίων. Άλλη μια εξαιρετική επιλογή των εκδόσεων Gutenberg, η οποία καλύπτει ένα μεγάλο και αισθητό βιβλιογραφικό κενό. Το βιβλίο αφορά στην οικονομική θεωρία και πρόκειται για εφαρμογή της Θεωρίας Παιγνίων στην οικονομική. Ως εκ τούτου έχει χαρακτήρα εξειδικευμένο. Μολαταύτα, ο εργατικός αναγνώστης θα ωφεληθεί, ασχέτως γνωστικού πεδίου στο οποίο ανήκει, αν εντάξει γόνιμα τον προβληματισμό του βιβλίου στη σκέψη του. Φυσικά, θα πρέπει να «μεταφράσει», με όρους της εμπειρίας και της ζωής του, τα οικονομικά δεδομένα και μοντέλα που παρουσιάζονται στο βιβλίο του Gibbons. Ωστόσο, ανήκει ένα βιβλίο οικονομίας στη βιβλιοκρισία βιβλίων που αφορούν στη φιλοσοφία; Πέρα από το γεγονός ότι οι κοινωνικές, πολιτικές ή οικονομικές επιστήμες ενυπάρχουν στο έργο και τη σκέψη των φιλοσόφων που προαναφέραμε, είναι ηλίου φαεινότερο πως η οικονομική επιστήμη είναι πρωτίστως μια φιλοσοφική επιστήμη και, κατά τούτο, σε τελική ανάλυση μια ποιητική επιστήμη. Όποιος την αντικρίζει στενά μαθηματικώς, νομίζω σφάλλει ανεπανόρθωτα και συντελεί στην παραποίηση και την εκτρωματικότητα της μαγευτικής αυτής επιστήμης. Εν πάση περιπτώσει, επειδή θεωρώ ακλόνητα ότι τα πεδία συνδέονται και αλληλεπιδρούν (όπως π.χ. δείχνει και μια πρόσφατη δημοσίευσή μου) και μια που υπάρχει αρκετή φιλοσοφία στην ίδια τη θεωρία παιγνίων, θεώρησα κατάλληλο να περιληφθεί το έξοχο βιβλίο του Gibbons σ’ αυτή την ενότητα βιβλιοπαρουσιάσεων. Άλλωστε, ο ίδιος ο Gibbons αναφέρει ενδεικτικά (σελ. 14): «… τα ίδια τα παιγνιοθεωρητικά εργαλεία μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε περίσταση.». Τη λαμπρή μετάφραση υπογράφει ο Νίκος Λούντος και την επιμέλεια ο Λάμπρος Πεχλιβάνος, ο οποίος γράφει κι έναν χρησιμότατο πρόλογο για την ελληνική έκδοση του βιβλίου. Η έκδοση συνοδεύεται από ευρετήριο ονομάτων και όρων. Ο Gibbons διερευνά και μελετά 4 κατηγορίες παιγνίων: 1. στατικά παίγνια πλήρους πληροφόρησης 2. δυναμικά παίγνια πλήρους πληροφόρησης 3. στατικά παίγνια ελλιπούς και 4. δυναμικά παίγνια ελλιπούς πληροφόρησης. Αντιστοίχως, επεξεργάζεται και 4 έννοιες ισορροπίας παιγνίων (με θεμέλιο, κατά κύριο λόγο, τον Nash): 1. Ισορροπία κατά Nash 2. τέλεια ισορροπία κατά Nash 3. ανά υποπαίγνιο μπεϋζιανή ισορροπία κατά Nash 4. τέλεια μπεϋζιανή ισορροπία. Τέλος, σε μια έξοχα διδακτική και γόνιμα αφομοιωτική προοπτική της ανάγνωσης του βιβλίου, ο Gibbons παραθέτει πρόσθετη βιβλιογραφία για περαιτέρω μελέτη, προβλήματα/ασκήσεις στα πραγματευόμενα θέματα (μια, επιπλέον, έξοχα διασκεδαστική αναγνωστική ενασχόληση, πιστέψτε με…) και γενική βιβλιογραφία στο πέρας κάθε κεφαλαίου/ενότητας.

tzon-nas

John Nash, 1928- 2015.

Σε πρόσφατες, αλλά και παλαιότερες, δημοσιεύσεις μου (εδώ, εδώ και εδώ) έχω κάνει λόγο για την ελληνική καθυστέρηση και την ελληνική προχειρολογία σε ποικίλα πεδία ως γεγονότος οιονεί τραυματικού. Τα αποσπάσματα από τον πρόλογο του επιμελητή, που ευθύς αμέσως παραθέτω, αφορούν, νομίζω, σε κάθε πτυχή της παιδείας και του πολιτισμού μας και θα πρέπει κανείς να τα λάβει σοβαρότατα υπόψη αν επιθυμεί να αντικρίσει κάποτε αληθινή λιακάδα στην… «ηλιόλουστη» χώρα μας. «Το παρόν βιβλίο έρχεται να καλύψει, με πολλά χρόνια καθυστέρηση…, ένα κενό που υπήρχε στην ελληνική οικονομική βιβλιογραφία. Παρότι, η θεωρία παιγνίων, με περισσότερο δειλά απ’ ότι θα έπρεπε βήματα, έχει αρχίσει να εμφανίζεται ως χωριστό γνωστικό αντικείμενο σε αρκετά προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών…, δεν υπήρχε μέχρι τώρα κάποιο εγχειρίδιο που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες των σχετικών μαθημάτων.» (σελ. 17). Να θαυμάσει επώδυνα, για ακόμη μια φορά, ο Έλλην για το επίπεδο της πραγματικότητάς του; Μήπως φταίει κάποιος Ξένος γι’ αυτήν; Σημειώνω ότι σε τελευταία δημοσίευσή μου στο Φρέαρ αναφέρω ότι ως λεξικογραφικά βοηθήματα έχω (ακόμη…) εκδόσεις γαλλικές, μια που ΔΕΝ υπάρχουν (εδώ και… χιλιάδες χρόνια) κάποιες αντίστοιχες ελληνικές. Συνεχίζω να παραθέτω: «…το παρόν βιβλίο… αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο βοήθημα για κάθε κοινωνικό επιστήμονα.» (σελ. 17), «…έχουμε καθυστερήσει πολύ. […] το βιβλίο του Robert Gibbons έχει εκδοθεί εδώ και αρκετά χρόνια.» (σελ. 17). Τέλος, ιδού ένα πρόβλημα… κοινό, λόγω της ενδημούσας ελληνικής καθυστέρησης σε κάθε γνωστικό πεδίο…, που μπορεί κανείς να το διαπιστώσει ευκολότατα στον οικείο χώρο δράσης του (το πρόβλημα αυτό πονά ιδιαίτερα, κρίνω, τους μεριμνώντες για τη γλώσσα καθαυτήν…): «Το βασικό πρόβλημα που συνάντησα… στην Ελλάδα, …ήταν ότι έπρεπε συνεχώς να ψάχνω για λέξεις. Η καθυστερημένη υιοθέτηση του αντικειμένου…στην Ελλάδα»(σελ.18) επέτρεψε τη χρήση της «αγγλικής ορολογίας. Παρεπόμενο, όμως, …είναι ότι δεν έχει αναδειχθεί ακόμη μια κοινά αποδεκτή ορολογία στα ελληνικά.» (σελ. 18). Μας θυμίζουν κάτι όλα τούτα ; Μας πονά αυτό το ουτοπικό για τον ελληνισμό επίρρημα: «κοινά»; Κρίνω, στο πλαίσιο αυτό, προσφυές να τονίσω ότι η προσπάθεια των συντελεστών της έκδοσης έχει στεφθεί από επιτυχία. Έχει κατορθωθεί (κατακτηθεί;) μια ορολογία κι αυτό πάντα σημαίνει επικοινωνία και λιακάδα σε ανοιχτό δρόμο…, αντί του μεσογειακού ελλαδικού… fog (!) της ατημελησίας και της προχειρότητας. Αυτό είναι εξαιρετικά σπουδαίο.

play-chess

Μια και δεν έχω ξεχάσει ούτε στιγμή πως γράφω στις στήλες λογοτεχνικού, κυρίως, περιοδικού θέλω να πω ότι αναφορικά με τη λογοτεχνική διάσταση του θέματος η Θεωρία Παιγνίων δεν έχει μόνο να προσφέρει τον εαυτό της σε μιαν ποιητική συλλογιστική και μιαν ποιητική σκέψη, αλλά και να προσφέρει ένα πραγματικά έξοχο λεξιλόγιο και ορολογία προς εκμετάλλευση. Ποιητές και φιλόσοφοι ας αντλήσουν αφειδώς, καθώς έχουμε συχνά πει από τη στήλη αυτή ότι οι ποιητές δεν κάνει, κάποτε, να διαβάζουν αποκλειστικά ποίηση. Νομίζω πως ό,τι λέω στη συνάφεια αυτή μπορεί, ευκολότατα, να γίνει αντιληπτό απ’ αυτή τούτη τη φωτογραφία εξωφύλλου μα και από ορολογίες σαν κι αυτές: «Η μάχη των φύλων» (βλ. π.χ. σελ. 30), «Το πρόβλημα των Κοινών»(βλ. σελ. 47), όπου, μια που ήδη θίξαμε το θέμα της σχέσης φιλοσοφίας-οικονομικής, αναφέρεται και ο Hume, «Το δίλημμα των κρατουμένων» (βλ. π.χ. σελ. 146). Και καθώς μόλις κάναμε λόγο για σκέψη ας ρωτήσουμε : υπάρχει …τέλεια ισορροπία ; Ποιο το περιεχόμενο της τελειότητας ; Υπάρχει μια… ελληνική (!) αντιπρόταση για το περιεχόμενο αυτό, η οποία να βασίζεται στο Συναμφότερον του (χαμένου πια ;…) Τρόπου μας ; Πόσο ρεαλιστική ή ορθολογική μπορεί να είναι η σκέψη για μια τέλεια (!) ισορροπία; (Στο βιβλίο, και φυσικά στον ίδιο τον Nash, αυτή συνιστά ένα ζητούμενο, βλ. π.χ. σελ. 119 τον σχετικό ορισμό). Μπορεί ποτέ να υπάρξει και προπαντός ΠΩΣ ; Ποιοι οι παράγοντες που θα την εξασφάλιζαν (φανταστείτε, λόγου χάρη, την ισορροπία ενός …ποιήματος) και ΠΩΣ ή ποια η ενέργεια και η Φύση αυτών των παραγόντων; Χαλιναγωγείται η «τυχαιότητα» κι η απροσδιοριστία; Καλουπώνεται;

Απλά, πρακτικά (λέξη ολότελα χαμένη μέσα στην ελληνική νοοτροπία…) κι αυτονόητα το βιβλίο οφείλει άμεσα να συμπεριληφθεί στα συγγράμματα και εγχειρίδια που διδάσκονται στις ανώτατες οικονομικές σχολές της χώρας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]