Παρηγορία

Μήν κλαῖς Παρασκευούλα
πού μέ χάνεις
τά δειλινά μας
θἄναι πάντα ἴδια
τό χέρι σου μικρό πουλί
ἀθῶα θά ἡσυχάζει
στό δικό μου.
Κι ἐνῶ στοῦ Μύλου τό καφενεδάκι
ἀγκαλιασμένοι, τόν ἥλιο
στή δυσμική του τροχιά
θ’ ἀκολουθοῦμε νά σβήνει
σ’ ἀναλαμπές ἀπόκοσμες
τῆς ἔκπαγλης Δύσης,
μιά ἰδέα θά μελαγχολοῦμε
ὅταν τό τελευταῖο φῶς τῆς μέρας
θά χάνεται πίσ’ ἀπ’ τόν κάβο
μαζί μέ τό στερνό καράβι.
Μήν κλαῖς, κι ὅρμος ἀπάνεμος
γιά σένα ἡ ἀγκαλιά μου θἄναι
παραμυθία καί λησμονιά νά βρίσκεις
ἀπό τήν τύρβη τῆς ζωῆς.
Μήν κλαῖς Παρασκευούλα
ὅταν θά πέφτει ἡ νύχτα
σφιχτά θά σέ κρατῶ στήν ἀγκαλιά μου.
Κι ὅσα ἀγαπήσαμε
ἀνέγγιχτα θά μείνουνε
γιά πάντα.
Πῶς ἀλλιῶς ;

…………………………………………..

Ἀποδημία

Τό χελιδόνι πού περίμενες
δέν ἦλθε φέτος
ἄδεια ἡ φωλιά
στή σκεπαστή βεράντα
περιμένει,
νά ΄ρθεῖ φουριόζο
μέ ἠχηρές φωνοῦλες
καί καλῶς σᾶς βρῆκα
ἀμέσως τή φωλιά νά ἑτοιμάσει
νά διώξει τά ξερά
μέ φρέσκα μαλακά κλαδάκια
νά τή στρώσει
τή φαμελιά του νά δεχτεῖ.
Κι οἱ νεοσσοί γιά πότε ξεπετιοῦνται
καί στή σειρά
μέ ἀνοιχτά τά στοματάκια
περιμένουν
κι αὐτό γοργομελίσσι πάνω -κάτω
σοφά καί δίκαια
τήν τροφή τους νά μοιράζει
καί τά μικρά γιά πότε μεγαλώνουν
γιά πότε τή φωλιά ἀφήνουν
κι ἐλεύθερα πετοῦνε στόν ἀέρα
κι ἡ μάνα ἐντατικά μαθήματα τούς κάνει
ν’ ἀντέχουν σέ ἀνάποδους καιρούς
καί τίς φτεροῦγες δυναμώνει
ν’ ἀντιπαλεύουν
σέ ἄγριους ἀντίθετους βοριάδες
καί πρίν τό καλοκαίρι
στό μεσουράνημά του φτάσει
ἕτοιμα νά ‘ναι γιά τό μακρύ ταξίδι.
Κι ὅταν ἐκείνη ἡ ὥρα φτάνει
_ σάν ἕτοιμα ἀπό καιρό
σάν θαρραλέα _
γιά τήν μεγάλη ἀποδημία
θά πάρουν θέση στό κοπάδι
στή μέση τοῦ σχηματισμοῦ
προφυλαγμένα
κι ἡ μάνα δίπλα τους
μ’ ἄγρυπνο μάτι
ἀπό κακοτοπιές νά τά φυλάει.

Ὥρα καλή σου ἀγαπημένη
χελιδώνα
ἐκεῖ πού πᾶς μή μέ ξεχάσεις
ἄν ζῶ, ἐδῶ θά περιμένω
νά ξανάρθεις
μέ τήν ψαλιδωτή οὐρά σου
ὀκτάρια νά σπαθίζεις
στόν ἀέρα
μέ τρίλιες τιτιβίσματα ὠσαννά
ἀναστάσιμα
τόν ἐρχομό τῆς ἄνοιξης
νά μέλπεις.
Δῶσε, Θεέ, τοῦ χρόνου
ν’ ἀνταμώσουμε καί πάλι…
………………………………………………………….

[Ἀπό τήν ποιητική συλλογή Κούνια-Μπέλα τῆς Νιόβης. Στοιχειοθετήθηκε καί σελιδοποιήθηκε στό Ἀνάγραμμα, καί τυπώθηκε ἀπό τόν Πάνο Δαβία, τό φθινόπωρο τοῦ 2015. Ζωγραφική: Μιχάλης Οικονόμου (1888-1933).]

1878