frear

Οι μεταλλαγές στις “Χυδαίες ορχιδέες” της Έλενας Μαρούτσου – γράφει ο Δημοσθένης Κερασίδης

Ο Νίκος Καρούζος στο ποίημά του «Ο μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσσα» γράφει: «οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις», και η Έλενα Μαρούτσου, με τις Χυδαίες ορχιδέες της, ένα βιβλίο στυλιστικής ωριμότητας, παρά την παιγνιώδη επιφάνειά του, απαντά: οι λέξεις με πάνε στις λέξεις, οι εικόνες στις εικόνες, τα κείμενα στα κείμενα. Οι συγγραφείς με τους οποίους συνδιαλέγεται, έστω και στο επίπεδο ενός ιδιότυπου μονολόγου, είναι ο Ντ. Χ. Λόρενς, o Όσκαρ Ουάιλντ, η Βιρτζίνια Γουλφ, η Σύλβια Πλαθ, η Σάρα Κέιν, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης, ο Φίλιπ Λάρκιν, ο Αντόνιο Πόρτσια, ο Κάφκα κ.ά.

MAROUTSOU-elenaΤο βιβλίο της Οι χυδαίες ορχιδέες είναι μια κατ’ ουσίαν ερωτική συνομιλία, έστω και αποσπασματική, με συγγραφείς και γνωστά κείμενα που αποτελούν σταθερές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αντλώντας από αυτά λέξεις, φράσεις, μα κυρίως χαρακτήρες, δημιουργεί παραλλαγές, ηχοπαίγνια, συμμετρικά σχήματα, που συνιστούν μια γραφή διακειμενική σαν αλληλοανακλώμενοι καθρέφτες και πολυμήχανη σαν περιπέτεια ψυχικής καταβύθισης.

Στον κήπο της Μαρούτσου οι ορχιδέες είναι το «ισοδύναμο» του μήλου στον Κήπο της Εδέμ.

Ως σώμα σπονδυλωτό το βιβλίο αυτό αποτελείται από έντεκα διηγήματα, σαν κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου, αν και, με μια δεύτερη σκέψη, θα το χαρακτήριζα ως ενδεκαμελή οικογένεια με ετεροθαλή αδέλφια, όπου τα παιδιά έχουν μεν διακριτά χαρακτηριστικά, αλλά παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες ως πρόσωπα και αύρα, καθότι η μήτρα-μητέρα τους είναι μία και η αυτή.

Έχοντας διαβάσει τις Χυδαίες ορχιδέες (και όχι μόνο μία φορά…), τολμώ να πω ανεπιφύλακτα πως, παρόλο που συνήθως αποφεύγω τις αξιολογικές κρίσεις, μου είναι αδύνατο να μην αναφέρω ότι ως βιβλίο είναι σημαντικό (όχι μόνο με την έννοια του σημαίνειν…) αλλά και συγκινητικό (όχι μόνο με την έννοια του συν-κινείν), με συνεχείς εκπλήξεις και αλλαγές πορείας στα όρια ενός ελεγχόμενου εκτροχιασμού. Ο τροπισμός της γραφής της είναι έντονος.

Ένα σημαντικό ζήτημα που τίθεται καταρχάς είναι ο ειδολογικός χαρακτηρισμός του βιβλίου: άραγε έχουμε να κάνουμε με συλλογή διηγημάτων ή με άτυπο μυθιστόρημα; Αν το προσεγγίσουμε στο επίπεδο του συνειδητού, θα λέγαμε ότι είναι διηγήματα. Αν το προσεγγίσουμε όμως στο επίπεδο του ασυνειδήτου, τότε ασφαλώς θα το χαρακτηρίζαμε ως ένα εν εξελίξει μυθιστόρημα. Κι αυτό γιατί τα διηγήματα μοιάζουν με ψηφίδες ενός μωσαϊκού τα οποία αναζητούν την ανασύνθεση μιας χαμένης, ερωτικού ή οικογενειακού τύπου, ενότητας-ολότητας, δείχνουν σαν να μην ασπάζονται με την ψυχή τους την ιδέα της αυτονομίας, μιας και η υφολογική διαφοροποίηση-ποικιλότητα είναι ελάχιστη, αλλά και επειδή διάφορα πρόσωπα επανεμφανίζονται σε μετέπειτα διηγήματα, λειτουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο συνεκτικά και συνειρμικά: λόγου χάρη, ο Στηβ, ο άντρας της Λίλης, από τις «Χυδαίες ορχιδέες» περνά και στη «Μοναδική απόχρωση του μαύρου», ο Λούκας από τη «Μοναδική απόχρωση του μαύρου» και στο «Όνειρα: δοσολογία, αντενδείξεις, παρενέργειες». Παρατηρούμε έτσι μια σπειροειδή ανέλιξη των ηρώων της, σαν ένα κομπολόι αποχαιρετισμών μα και συναντήσεων, του οποίου το νήμα καλά κρατεί.

max-ernst-image1
Max Ernst.

Στο μεταμοντερνιστικό εγχείρημα αυτής της παλίμψηστης γραφής χρησιμοποιεί μια τεχνική παρόμοια με το φροτάζ (σημαίνει τρίψιμο), που επινόησε ο Μαξ Ερνστ το 1912 και την οποία τίμησε δεόντως. Στην εν λόγω τεχνική ο καλλιτέχνης παίρνει ένα κομμάτι ξύλο ή κάποιο ύφασμα και αφού επικολλήσει πάνω του ένα χαρτί, στη συνέχεια το τρίβει με γραφίτη, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν στο χαρτί τα βασικά στοιχεία της αποκάτω ανάγλυφης επιφάνειας. Η γραφή της Μαρούτσου, στο πρώτο επίπεδο, είναι αυτό το χαρτί στο οποίο αποκαλύπτονται τα πρόσωπα και τα δρώμενα του εκάστοτε πρωτοτύπου, σαν ανάδυση ερειπίων αρχαίου ναού στην επιφάνεια της θάλασσας.

Ως συγγραφικό υποκείμενο φαίνεται πως της αρέσει να κυλιέται, να χάνεται θα έλεγα, μες στις εικόνες, οι οποίες συχνά, μαζί με τους χαρακτήρες, όχι μόνο αρθρώνουν αλλά ενσαρκώνουν την πλοκή (δείτε, π.χ., «η γυναίκα μου χόρευε σαν ένα λουλούδι την ώρα που ανθίζει. Η ψυχή της ήταν σαν ένα τσαλακωμένο χαρτί τη στιγμή που το αφήνεις απ’ τη χούφτα σου κι αυτό ξεδιπλώνεται προσπαθώντας μάταια να βρει το αρχικό του σχήμα». Γενικά τονίζει την εικαστική διάσταση της γλώσσας της, αυτό φαίνεται ήδη στο παλαιότερο βιβλίο της Μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Οι εικόνες στις Χυδαίες ορχιδέες είναι εμπνευσμένες, αμφίσημες, μαγικορεαλιστικές, έχουν την κακή συνήθεια να τρυπώνουν στο μυαλό σου και να μη σε εγκαταλείπουν παρά μόνο όταν φτάσεις σε λευκή σελίδα… Συχνά συνοδεύονται από στοχασμούς οι οποίοι σε στηρίζουν για να μη χαθείς στον μαγνητισμό των χρωμάτων και των σχημάτων. Ειδικά οι σεξουαλικές σκηνές είναι υψηλής αισθητικής, παραπέμποντας ως ατμόσφαιρα στο Σατυρικόν του Φελλίνι ή στο Blow Up του Αντονιόνι, και σε πείθουν να φωλιάσεις μέσα τους διακόπτοντας για λίγο την ανάγνωση.

tumblr_l4mlalEDJY1qa4s0qo1_r1_1280
Έργο του Max Ernst.

Η Μ. μιλά μέσω ενός τρίηχου λόγου (Σώμα-Σεξ-Συναίσθημα), άλλοτε γεγυμνωμένου και άλλοτε λελογισμένου, σίγουρα όχι μέσω του νου. Βάζει τις λέξεις της στη «φωτιά», σχεδόν με χάρη, μιας και την πείρα της γλώσσας την ανατρέφει σαν μητέρα η πυρά της σιωπής, η βραδεία καύση των σωμάτων. Με τη γλώσσα της στοιχηματίζει να περάσει μέσα από τις Συμπληγάδες «ροή της ομιλίας» και «ομιλία της ροής». Εξηγούμαι πάραυτα: οι φράσεις-προτάσεις της πρωτίστως αποτελούν κρυσταλλώσεις-κορυφώσεις μιας εσωτερικής ροής, εννοούμενης ως ενέργειας και συνέχειας. Δεν αρκούνται στο να συνιστούν απλώς σύνολα λεκτικών μονάδων σημασιακά αυτόνομων-αυθύπαρκτων, κι αυτό γιατί η «τοποθέτηση» της φωνής της εδράζεται στη σωματικότητα και στην ομιλία, αποφεύγοντας επιμελώς το ολισθηρό έδαφος των νοητικών κατασκευών που χαρακτηρίζει τη μόδα της επαν-εγγραφής παλαιότερων λογοτεχνικών έργων. Παρότι έντονα εικονιστική και συμβολική σε πρώτο επίπεδο, η γραφή της ρέπει, μέσω του ποιητικού λυρισμού, προς τη μουσικότητα, κατά το παράδειγμα του εικαστικού κινήματος του ορφισμού, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτες αφηγηματικές αρετές, όπως, λόγου χάρη: λογοπαίγνια και χιούμορ στα όρια της εωσφορικότητας, ευκίνητη ανάπτυξη της σκέψης, ρυθμικό κλείσιμο των φράσεων ή των προτάσεων, πρωτοτυπία συνειρμών, ευφάνταστη ενορχήστρωση των εικόνων, μεστότητα λόγου, παιγνιώδη διάθεση μέσω διαφόρων λόγιων λέξεων, ευρηματικότητα αναφορών.

Θα κάνω ένα σχόλιο μόνο για το πρώτο διήγημα αυτής της συλλογής, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την κεφαλή, ενώ τα υπόλοιπα είναι το σώμα. Ο Μπερτράν Κραμέρ, στο βιβλίο του Μυστικά γυναικών, αναφέρει χαρακτηριστικά πως το «οικογενειακό μυθιστόρημα» ορίζεται κυρίως από τις γυναίκες διαγενεακά, ότι δηλαδή οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι μύθοι, συνολικά η κουλτούρα μιας οικογένειας μεταβιβάζεται ως περιουσία από τη μία γενιά στην άλλη μέσω των γυναικών. Οι ανδρικές φιγούρες είναι απούσες, ωσεί παρούσες ή κάπως αμήχανες μπροστά στην ευθύνη της παρουσίας τους. Αυτό το σενάριο βλέπουμε να εκτυλίσσεται και στο πρώτο διήγημα, στις «Χυδαίες ορχιδέες», με το οποίο ανοίγει το βιβλίο, ωστόσο η Μ., μολονότι ανήκει, μέσω της ταύτισης, στην ομοούσια τριάδα των γυναικών που σημαδεύουν το κείμενο αυτό, ως γραφή πρέπει να πω ότι χτυπάει φλέβα, κινείται βαθύτερα από αυτό που κοινώς είναι γνωστό ως «γυναικεία λογοτεχνία».

Σπασμοί του ασυνειδήτου

Έχουμε ακούσει αρκετές φορές ότι το έργο τέχνης είναι η ιστορία του σώματος του συγγραφέα-καλλιτέχνη. Ο Ζαν Γκιγιομά, Γάλλος ψυχαναλυτής, στο κείμενό του Corps créateur (1980) διατυπώνει τη σκέψη ότι «το ‘‘σώμα’’ του έργου τέχνης γεννιέται από το ίδιο το σώμα του δημιουργού (το ασυνείδητο σχήμα του σώματος), γυρισμένο τα μέσα έξω σαν γάντι και προβεβλημένο στο μεταφορικό-συμβολικό σώμα του έργου», το οποίο, σε απλά σολωμικά, σημαίνει ότι η γραφή της Μ. είναι «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη» μα και δια-ταραγμένη λόγω της ατίθασης φύσης των ενορμήσεών της…

αρχείο λήψης
Έλενα Μαρούτσου

Μέχρι τώρα έχω μιλήσει απ’ την καλή για το βιβλίο, δηλαδή στο επίπεδο του συνειδητού, όπου και ενσαρκώνονται οι αφηγηματικές προθέσεις της συγγραφέως, ωστόσο, όπως γνωρίζουμε, κάθε κείμενο διαφεύγει του συγγραφέα του, γλιστρά σαν άμμος μέσα από τα χέρια του, παρουσιάζοντας ίσως και ασυνείδητες διαθέσεις και τάσεις του. Επειδή λοιπόν δεν μου αρέσουν οι μισές δουλειές, θα μιλήσω και απ’ την ανάποδη γι’ αυτό, δηλαδή για διάφορες μη συνειδητές, εκτός των προθέσεών της, λειτουργίες της γραφής της, τις οποίες χαρακτηρίζω ως ακούσιους μυϊκούς και πνευματικούς σπασμούς.

1) Διαβάζοντας το κείμενο, πολλές φορές είχα την αίσθηση ότι ακούω τζαζ. Η συνεχής ροή, ο ρυθμικός βηματισμός των φράσεων, η μουσική σύνδεση των εκπλήξεων και των εναλλαγών, η πυκνότητα, μα κυρίως η φλυαρία, όλα αυτά δημιουργούν την εντύπωση ότι το κενό ανάμεσα στις λέξεις, προτάσεις, εικόνες και στους συνειρμούς της είναι αναπνευστικά ελάχιστο. Ας αναλογιστούμε τι υπάρχει «μεταξύ συρμού και αποβάθρας». Το κενό… Με αυτό κατ’ ουσίαν αναμετριέται η συγγραφέας, πέρα από το πρώτο, και εντέλει προσχηματικό, επίπεδο της συνομιλίας με τους μεγάλους συγγραφείς και τα κείμενα. Άλλωστε από αυτό το κενό φωτίζεται εσωτερικά το βιβλίο της. Παρενθετικά, υπενθυμίζω ότι η λέξη «τζαζ», αν και πολλαπλής ετυμολογίας, κατά μία άποψη, προέρχεται από το γαλλικό ρήμα jaser, που σημαίνει «φλυαρώ». Αυτού του είδους η αυτοσχεδιαστική φλυαρία εμφανίζεται ιστορικά στη Νέα Ορλεάνη, κατά τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, μετά το πέρας των νεκρώσιμων ακολουθιών, όπου οι μουσικοί και οι συγγενείς που συνόδευαν τις νεκρικές πομπές πάλευαν το πένθος τους φλυαρώντας, παραμιλώντας, κραυγάζοντας με τα όργανά τους.

2) Ο καθρέφτης της γραφής της είναι διπλής όψεως, κι αυτό γιατί, ενώ στην αρχή ανοίγεται στους άλλους και στο παρελθόν της λογοτεχνίας, στη συνέχεια, μέσω της καταβύθισης στον εαυτό της, αξιώνει και αξιώνεται την άνωση και τη λυτρωτική ανάδυση στο εδώ και τώρα. Εντέλει η Μ. οδηγείται τελετουργικά στον αυτοκαθορισμό της μέσω της αναμέτρησης με το κενό και το πένθος. Η γραφή της έχει ως αφετηρία την πολλαπλότητα και τη διάχυση, με προσανατολισμό όμως την ενότητα του υποκειμένου της.

Vkn3BTH
Έργο του Max Ernst

3) Ο δρόμος αυτός είναι γεμάτος σεξουαλικές σκηνές μεγάλης ποικιλίας: διαφυλετικό σεξ, ανδρική και γυναικεία ομοφυλοφιλία, αυνανισμός, στριπτίζ, ακόμα και σεξ με απαγγελία ποιήματος του Φίλιπ Λάρκιν, παρακαλώ… Μια παρέκβαση: Λέγεται ότι σε κάθε κέντημα υπάρχει ένα νήμα που αν το τραβήξεις, διαλύεται όλο το σχέδιο. Στο βιβλίο της Μ. οι άκρες αυτού του νήματος είναι ο «έρωτας» και ο «θάνατος», γι’ αυτό και το σεξ στις Χυδαίες ορχιδέες είναι σκοτεινό σαν διονυσιακό παραλήρημα, ενώ συγχρόνως ταλαντεύεται ατέρμονα μεταξύ ηδονής και οδύνης. Εν ολίγοις, η μοίρα του σεξ στο βιβλίο αυτό, ως υπέρβαση των ορίων, είναι πρoσ-τυχη, μιας και τα φινάλε των σεξουαλικών σκηνών φαίνονται εμβολιασμένα με τις στιγμές που τα σώματα σβήνουν… Παράλληλα, μέσα από τις πολλαπλές μορφές του σεξ και τους σπασμούς των ηρώων της Μ., σπαράζει μετουσιωμένο το αίτημα της αγάπης, το οποίο υποσημαίνεται, αν και ευθύβολα βέβαια, με τον στίχο της Σύλβια Πλαθ «Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά».

4) Επί της ουσίας, θεωρώ πως η Έλενα Μαρούτσου βρίσκεται σε ένα ταξίδι διαδοχικών γυμνώσεων όπου τα διηγήματά της παίζουν ρόλο παραβάν. Αρχικά πετά το ένδυμα «Μαρούτσου», έπειτα πετά το ένδυμα «Έλενα» και στο τέλος πέφτει γυμνή στο χιόνι (μιας και, όπως αναφέρει, «η πτώση είναι η πεμπτουσία μου»), ενώ έχει ξεκινήσει την αλητεία της αλήθειας της, ας σημειωθεί, ως μαύρη ορχιδέα. Παρατηρούμε μια σταδιακή μετάβαση από έμψυχες σε άψυχες περσόνες, αλλά και από την πολυχρωμία στην πλήρη αφαίρεση, στη λευκότητα του χιονιού το οποίο σκεπάζει γωνίες, σχήματα, πρόσωπα, τα πάντα, λειτουργώντας τελικά σαν μετωνυμία του θανάτου. Η διπλοτυπία αυτή (φανταστείτε το ένα της πρόσωπο να σβήνει και το άλλο να αρχίζει να κυριαρχεί) ως διττότητα παρουσίας μάς θυμίζει ότι είναι μακρινός συγγενής του Γκολιάντκιν, του «διπλού ανθρώπου» του Ντοστογιέφσκι, από το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο, σημειωτέον, για πρώτη φορά στην ιστορία της λογοτεχνίας πρωταγωνιστεί ένα πρόσωπο με ψυχικές μεταμορφώσεις και συγκρούσεις.

Μέσα από τις δικές της ταυτίσεις μεταμορφώσεις και συγκρούσεις κλείνει την αυλαία με μια συμβολική αυτοχειρία, δραπετεύοντας από το μάταιο τούτο βιβλίο με τη μορφή του χιονιού.

Εν κατακλείδι, κοιτώντας στο κάτω κάτω της γραφής της Έλενας Μαρούτσου, με μια ίσως χυδαία περιέργεια να βρω το κρυφό της κοίτασμα, αντίκρισα εμπρός μου τη ρήση του Αντόνιο Πόρτσια: «Τα παιχνίδια έχουν δικαίωμα να σπάνε».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία επάνω: Yale Joel. Φωτογραφία κάτω: Cansu Ozkaraca.]

Cansu Ozkaraca

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly