ΟΙ ΣΚΙΕΣ

Γι’ αυτό μ’ αρέσουν οι σκιές.
Γιατ’ είναι πιο αβέβαιες απ’ τα πράγματα ̇
από τη συμπαγή αλαζονεία τους,
απ’ την αδιαμφισβήτητη υλικότητά τους.

Όπως κινείτ’ ο ήλιος μεγαλώνουνε
ξέροντας πάντα ως πού μπορούν να φτάσουν.

Δε ρίχνουν, όπου πέφτουνε ανάλαφρες,
το βάρος της παροδικότητάς τους.

Χάνονται αθόρυβες,
όταν ο σύμμαχός τους ηττηθεί
απ’ τον εχθρό του, που ’ναι σάρκα τους.

Κι όπως τραβιούνται πίσω μες στα πράγματα
την ώρα που το φως εξασθενεί,
μοιάζει σα να χαϊδεύουν ό,τι σκιάξανε
και να του λένε: «είδες; που φοβόσουνα…
φεύγουμε τώρα…αυτό ήταν όλο!»

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

Mες στην απόλυτη σιωπή, ξημέρωμα
τινάζει τα φτερά του.
Η ακοή, ενόσω ίπταται,
από το πέταγμά του κυριαρχείται
(Είναι Δεκέμβριος. Κι αργία.
Δεν έχει σηκωθεί ακόμα ο κόσμος).

Ξάφνου, μια σκέψη ενθουσιάζει το πτηνό:

«Τι φοβερή, τι άρτια η σκευή μου!
Του ταξιδιού μου αντάξια μόνο αυτή!»

Μια τέτοια δόξα στο μυαλό του αντηχεί
καθώς προσγειώνεται, απαλά,
στο απέναντι μπαλκόνι.

TOWARDS NEVERLAND

Η υγεία, λένε, είναι το παν.
Μα όχι για τον Πήτερ Παν.
Για τον Πήτερ, το παν
το ανάλαφρο πέταγμα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]