frear

Μονταίνιος. Ο ψυχικός τόπος του Στέφαν Τσβάιχ – του Χρήστου Βασματζίδη

Stefan_Zweig2Διαβάζοντας από ένα συγγραφέα του μεγέθους και της περιωπής του Στέφαν Τσβάιχ (Stefan Zweig, Βιέννη, 28 Νοεμβρίου 1881 – Πετρόπολις Βραζιλίας, 23 Φεβρουαρίου 1942), την βιογραφία του Γάλλου δοκιμιογράφου και ουμανιστή της Αναγέννησης Μισέλ ντε Μονταίν (Michel de Montaigne, εξελληνισμένα Μονταίνιος), αντιμετωπίζεις το πρόβλημα της διπλής εστίασης. Από την μία ο Τσβάιχ, αυτοεξόριστος πλέον στην Πετρόπολη της Βραζιλίας, μελετά τους περίφημους τόμους των Δοκιμίων του Μονταίνιου, αποκομμένος μόνο γεωγραφικά και όχι ψυχικά από την βαρβαρότητα της Ευρώπης, από την άλλη ο ίδιος ο Μονταίνιος που βιογραφείται ως ο άνθρωπος που προσπαθούσε να διατηρήσει την εσωτερική του ελευθερία και πνευματικότητα στην εποχή του, που συνέβαιναν αιματηροί εμφύλιοι σπαραγμοί.

Στην Πετρόπολη επίσης τον ίδιο καιρό συνέγραψε και την Σκακιστική Νουβέλα, ενώ το Νοέμβριο του 1941 καθαρογράφει την αυτοβιογραφία του Ο κόσμος του χθές. Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου. Στις αρχές του 1942, μόνο λίγες εβδομάδες πριν τον εκούσιο θάνατό του (αυτοκτονεί με τη σύντροφό του Λόττε στις 22 Φεβρουαρίου του 1942, παίρνοντας μία μεγάλη δόση Βερονάλ), γράφει στην επιστολή του προς τον Χέρμαν Κέστεν (Hermann Kesten 1900-1996), «..αφού δεν τολμώ να πιάσω τον Μπαλζάκ και αφού το μυθιστόρημά μου κόλλησε, γράφω τώρα τον Μονταίνιο, που ακολουθεί τα χνάρια του Έρασμου. Δεν θα είναι φυσικά λεπτομερής, συστηματική βιογραφία, ούτε θα καλύπτει όλο το εύρος των φιλολογικών θεμάτων. Από τους προβληματισμούς του μ’ ενδιαφέρει κυρίως ένας μόνον, με τον οποίο ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι σήμερα- και μάλιστα το ίδιο έντονα και επικίνδυνα όπως τα χρόνια του Μονταίνιου: πώς μπορώ να μείνω ελεύθερος, πώς μπορώ να διαφυλάξω τη διαύγεια της σκέψης μου σε μία εποχή ανηλεή και φανατική;»

Σ’ αυτό το σημείο της σημαντικής επιστολής περιγράφεται καλύτερα το ύφος του βιβλίου. Ο Μονταίνιος, δεν είναι μία ακόμη βιογραφία, είναι κατ’ ουσίαν ο αντικατοπτρισμός της ψυχικής διάθεσης του Τσβάιχ, της απόγνωσης που προκαλείται από την διαπίστωση της συντριβής του πνεύματος, την παράδοσή του στη μισαλλοδοξία, που σημαίνει και την οριστική απώλεια της ελευθερίας.
Είναι λοιπόν ένα ψυχικό βίωμα ταύτισης που διατηρεί τόσο θερμή την επαφή του ανέλπιδου πλέον Τσβάιχ με τον ουμανιστή Μονταίνιο. Βιογραφώντας τον Μονταίνιο, προσπαθεί να ανιχνεύσει τρόπους υποστήριξης της πνευματικής και ηθικής ακεραιότητας, την στιγμή που όλα παρασύρονται από την θηριωδία και τη βαρβαρότητα. Αυτό ήταν το ερώτημά του. Αυτή και η συντριβή του. «Χρειάστηκε επομένως να ζήσουμε μία κατάσταση και μία ιστορική συγκυρία παρόμοια με τη δική του, για να καταλάβουμε τη φιλοσοφία της ζωής του Μονταίνιου και την αναγκαιότητα του αγώνα του για το «soi-meme», για το Εγώ το ίδιο, αγώνα που αποδείχθηκε τελικά ο πιο απαραίτητος αγώνας του πνευματικού μας κόσμου».

Είναι εμφανής η προσπάθεια παραλληλισμού των δύο κόσμων, από την μία το τέλος της Αναγέννησης και του Ουμανισμού και από την άλλη η άνοδος του ναζισμού και το αιματοκύλισμα της Ευρώπης. Οι πληγές του πράου ανθρωπιστή Μονταίνιου, είναι και πληγές του εκούσια εξόριστου Τσβάιχ. Ο αγαπημένος φίλος του Μονταίνιου ο ποιητής Ετιέν ντε λα Μποεσί (Etienne de La Boetie, 1530-1563), του αφιερώνει το 1560 το ποίημα: «Τι μοίρα κακή μας έστειλε να γεννηθούμε σ’ ετούτους τους καιρούς! Μπροστά μου γκρεμίζεται η χώρα μου και άλλο δεν μου μένει παρά να φύγω, ν’ αφήσω το σπίτι μου και να ξενιτευτώ, όπου μ’ οδηγήσει η Τύχη. Η οργή των Θεών από καιρό μου έδειχνε το δρόμο, τεντώνοντας το δάχτυλο προς τις μεγάλες ανοιχτές χώρες πέρα από τον Ωκεανό..».
Παρά την μέγιστη ψυχική επαφή των δύο ανδρών και την ανυπέρβλητη ηθικά φιλία τους, που επηρέασε την προσωπικότητα του Μονταίνιου, ο Τσβάιχ δεν φωτίζει ιδιαίτερα το γεγονός αυτό της ζωής του. Ο Μονταίνιος στεκόταν στο προσκεφάλι του φίλου του ποιητή στις τελευταίες ημέρες της ζωής του, ενώ ορίστηκε ως επιμελητής των έργων του και κληροδότης της βιβλιοθήκης του, που εγκατέστησε αργότερα στον δικό του πύργο.

Τι ήταν όμως ο Μονταίνιος, η προσωπικότητα του οποίου άγγιζε πνευματικά τον Στέφαν Τσβάιχ, ώστε να εργάζεται στη βιογραφία του και μάλιστα τις τελευταίες ημέρες της ζωής του; Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», λέγει ότι «μία από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις του, πήρε ο ιδιότυπος γαλλικός εκλεκτισμός στο πνεύμα και στο έργο του ανθρώπου (του Μονταίνιου) που, μαζί με τον Ραμπελαί και τον Ρονσάρ, έκαμε την Γαλλία να είναι ως τα σήμερα εκείνο που είναι». Ο πατέρας του λεγόταν Πιέρ Αικέμ (Pierre Eyquem), και ο πάππος του πατέρα του είχε αγοράσει σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιάδων χιλιομέτρων βορειανατολικά του Μπορντώ (Bordeaux), στην περιοχή του Περιγκόρ (Perigord), το παλατάκι Montaigne κατέχοντας ταυτόχρονα και τον τίτλο «sieur de Montaigne». Έτσι ο συγγραφέας των Δοκιμίων, υπέγραψε περήφανα το βιβλίο του με το όνομα Michel Sieur de Montaigne και το στόλισε με το αριστοκρατικό του οικόσημο. Μετά το θάνατο του πατέρα του διέγραψε το παλιό όνομα της οικογένειας (Eyquem) από όλες τις περγαμηνές και τα επίσημα έγγραφα.

220px-Michel-eyquem-de-montaigne_1Ο Τσβάιχ περιγράφει την εκπαίδευση του Μονταίνιου από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, αλλά και τον χαρακτήρα του, ως προϋποθέσεις της στάσης του απέναντι στα πολιτικά και πνευματικά γεγονότα της εποχής του. Η πρώτη γλώσσα που μιλάει είναι τα λατινικά τα οποία μέχρι έξι ετών τα έχει μάθει τέλεια, ενώ «επινοείται ένα ιδιαίτερο σύστημα με σκοπό να αποφευχθεί και αυτή η ελάχιστη ταλαιπωρία των νεύρων του παιδιού: τον μικρό Μισέλ τον ξυπνάει κάθε πρωί απαλή μουσική». Στο Κολέγιο του Μπορντώ που έμεινε ως δέκα τριών ετών, δεν διήγε τις καλύτερες εκπαιδευτικές στιγμές του. «Η παραπανίσια γνώση είναι φορτίο της μνήμης και όχι λειτουργία της ψυχής». Στο Κολλέγιο βέβαια δίδασκαν αρκετοί αξιόλογοι καθηγητές όπως ο Τζώρτζ Μπιουκάναν (George Buchanan, 1506-1586), τον οποίο μνημονεύει ο ίδιος ο Μονταίνιος ως μέγα Σκωτσέζο ποιητή, οι λατινικές τραγωδίες του οποίου παίχθηκαν στο Κολλέγιο με ηθοποιό τον ίδιο τον μικρό Μισέλ.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1568, γίνεται κληρονόμος και μάλιστα πολύ πλούσιος, ενώ ο τίτλος ευγενείας περνάει σ’ αυτόν. «Τα επόμενα χρόνια θα σηκώσουν το απίστευτο βάρος της ευθύνης και ο Μονταίνιος είναι εχθρός κάθε ευθύνης». Συμμετέχει παρ’ όλα αυτά στο κοινοτικό συμβούλιο του Μπορντώ, είναι ο δέκατος προκαθήμενος στη Chambre des Enquetes (συλλογικό όργανο με δικαστικές αρμοδιότητες), σε μία εποχή που το πολιτικό κλίμα δηλητηριάζεται, καθώς οι προτεστάντες έχουν πιάσει τα όπλα και η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου δεν αργεί.

Ήταν ζωτικής σημασίας η απομόνωσή του στον μικρό πυργίσκο του αρχοντικού του. Εκεί μεταφέρει τις βιβλιοθήκες του, τη δική του και του φίλου του ποιητή Λα Μποεσί, την οποία κληρονόμησε μετά τον πρόωρο χαμό του τελευταίου. Σ’ αυτόν τον πυργίσκο ο Μονταίνιος μελετά, όταν και όπως θέλει αυτός. Γράφει σκόρπιες σημειώσεις χωρίς τάξη, ενώ δεν παραλείπει να τονίζει ότι αναζητά τον εαυτό του, «αυτό το Εγώ μέσα μας». Γι’ αυτή του την αναζήτηση κατηγορήθηκε από τον άλλο μεγάλο των γαλλικών γραμμάτων τον Πασκάλ (Blaise Pascal, 1623 – 1662) ως χαρακτήρας υπερόπτης και αυτάρεσκος. Ο Τσβάιχ όμως προστρέχει προς υπεράσπισή του. «Του είναι απαραίτητη η παρατήρηση και η μελέτη του εαυτού του, για να μπορεί να χαίρεται την ύπαρξή του και να τη χαίρεται με αξιοπρέπεια». Και αλλού «Η αγάπη του Μονταίνιου για τη ζωή είναι απεριόριστη. Ο μοναδικός του φόβος είναι ο φόβος του θανάτου. Και αγαπάει τα πάντα στη ζωή, όπως είναι….Αγαπάει την ασχήμια που αναδεικνύει την ομορφιά, Την αμαρτία που προβάλλει την αρετή. Αγαπάει ακόμη και τη βλακεία ή το έγκλημα…ο Θεός ευλόγησε την ποικιλία. …Λάθος και έγκλημα είναι μόνο ένα να θέλει κανείς να στριμώξει αυτόν τον πολυποίκιλο κόσμο μέσα σε δόγματα και συστήματα. Έγκλημα είναι να θέλει κανείς να παρασύρει άλλους ανθρώπους μακριά από την ελεύθερη δική τους κρίση και να τους αναγκάζει σε επιθυμίες που δεν ήταν δικές τους..».

Ο Στέφαν Τσβάιχ, δεν κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο των Δοκιμίων του Μονταίνιου. Λιγόλογα και πριν την φάση της εξόδου του Μονταίνιου από τον πυργίσκο του (εννοούμε την πνευματική έξοδο, γιατί κατά τη διάρκεια της δεκαετούς ενασχόλησης με τις μελέτες του, δεν έπαψε, αν και βαρύθυμα, να τακτοποιεί τις υποθέσεις του πύργου του, της οικογένειάς του και της περιουσίας του) και την απόφαση για το μεγάλο του ταξίδι, μαθαίνουμε ότι πάει τα χειρόγραφα των Essais- των Δοκιμίων του-στον τυπογράφο και η αποκρυστάλλωση αυτής της ζωής, τυπώνεται.

Το 1580 ξεκινά το ταξίδι του ή μάλλον «θέλει να αφήσει το ταξίδι να τον ταξιδέψει». Αισθάνεται την ανάγκη γι’ αλλαγή, για δράση αλλά με τις δικές του επιθυμίες, αφού ο ίδιος ποτέ δεν συμπαθούσε όλες εκείνες τις ενασχολήσεις που τον εμπόδιζαν ν’ ασχοληθεί με το Εγώ του. Στο οδοιπορικό αυτό ο Τσβάιχ αναδεικνύει το μέγεθος της προσωπικότητας του ανδρός. Ανακηρύσσεται δήμαρχος του Μπορντώ, χωρίς δική του ανάμειξη και μάλιστα για δύο συνεχόμενες θητείες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προσκαλείται από τον Βασιλιά Ερρίκο τον Η΄. (Έτσι είναι τυπωμένο στο βιβλίο. Προφανώς πρόκειται περί λάθους. Η επίσκεψη αφορά στον Ερρίκο τον Γ΄ που τον συνάντησε στην πολιορκία της Λα Φερ (La Fere). Γίνεται στην Ιταλία δεκτός από τον Πάπα και συζητά με θρησκευτικούς ταγούς που του κάνουν υποδείξεις για τα Δοκίμιά του. Ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης της Ρώμης.

Τεράστια συνεισφορά του, όμως, αποτελεί η διαμεσολάβησή του ανάμεσα στον καθολικό Ερρίκο τον Γ΄ (Henri III, 1551 –1589, γνωστό και ως Ερρίκο της Πολωνίας), που έχει αναλάβει χρέη αντιβασιλέα μετά τον θάνατο του Φραγκίσκου, και στον νόμιμο διάδοχο του θρόνου τον Ερρίκο της Ναβάρας, ηγέτη της παράταξης των Ουγενότων, μετέπειτα βασιλέα Ερρίκο Δ΄(Henri IV, 1553 – 1610). Τα δύο μεγάλα σύμβολα της Γαλλίας, τα τόσο φορτισμένα με το αιματηρό παρελθόν των θρησκευτικών πολέμων που ταλάνισαν τη χώρα, στέκονται αντιμέτωπα μπροστά στη λάμψη του θρόνου αλλά και μπροστά σε μία νέα αιματοχυσία, που όπως λέει ο Τσβάιχ «θα κρινόταν η ίδια η υπόσταση της Γαλλίας».

Ο Τσβάιχ έγραψε την ημιτελή και σύντομη βιογραφία του Μονταίνιου, το τελευταίο τετράμηνο της ζωής του, διαβάζοντας τα Δοκίμια που βρήκε από τύχη στο υπόγειο του σπιτιού που νοίκιαζε στην Πετρόπολη. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θεωρεί ότι «ο Μονταίνιος είναι στην ιστορία του πνεύματος ο εφευρέτης του λογοτεχνικού είδους που καθιερώθηκε ως δοκίμιο». Τον Τσβάιχ όμως δεν τον ενδιέφερε να κάνει μία ανάλυση του έργου που διάβαζε, η οποία θα τον βοηθούσε να προσεγγίσει τον Μονταίνιο. Τον ενδιέφερε η προσωπικότητα του Μονταίνιου, για να προσεγγίσει την δική του ύπαρξη που είχε ήδη αγγίξει τα όρια.

«Η στάση ζωής ενός ελεύθερου στοχαστή σαν τον Μονταίνιο τείνει πάντα στην ανεκτικότητα…Ο Καλβίνος ενθάρρυνε το κυνήγι των μαγισσών και επέτρεψε να καεί στην πυρά ένας αντίπαλός του. Ο Λούθηρος πέταξε το μελανοδοχείο του στον τοίχο επειδή πίστευε στον Διάβολο…Οι άνθρωποι, όμως, είναι πάντα άνθρωποι. Αυτό δεν αλλάζει. Και σε εποχές φανατισμού ζούσαν ανθρωπιστές. Ο καιρός της Σφύρας των Μαγισσών, του διαβόητου Malleus Malleficarum, της Champre Ardente, της Πύρινης Αίθουσας (του τρομερού Δικαστηρίου που συνήθως καταδίκαζε σε θάνατο στην πυρά) και της Ιεράς Εξέτασης, δεν μπόρεσαν ούτε στιγμή να θολώσουν τη διαύγεια και την ανθρωπιά ενός Εράσμου, ενός Μονταίνιου, ενός Καστελιόν. Όποιος σκέφτεται ελεύθερα για τον εαυτό του τιμά και σέβεται την ελευθερία σε όλη τη Γη. Άνευ όρων.»

[Η βιογραφία Μονταίνιος σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα». Συνοδεύεται από ένα έξοχα διαφωτιστικό επίμετρο του Παναγιώτη Τσούκα με τίτλο «Ο Μονταίνιος του Στέφαν Τσβάιχ. Κείμενο ανοιχτό με θέα το θάνατο», το οποίο περιλαμβάνει επιστολές του Τσβάιχ, σημειώσεις και πληροφορίες για τις εκδόσεις των Δοκιμίων στα ελληνικά και ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Μονταίνιο. Κατατοπιστικό επίσης είναι το σημείωμα του Γερμανού εκδότη, αλλά και η εισαγωγή του Rolland Jaccard με τίτλο Η εξορία του Στέφαν Τσβάιχ.]

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly