frear

Ένα ποίημα της Georgia Douglas Johnson και κάποιες σκόρπιες ψηφίδες από τη ζωή της

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Γεννημένη στην Ατλάντα της Γεωργίας, η Georgia Douglas Johnson (1880-1966) μετακόμισε στην Ουάσιγκτον, όπου έζησε για πάνω από πενήντα χρόνια, αλλά έλαβε μέρος με τον τρόπο της σε αυτό που έγινε και έμεινε γνωστό ως Αναγέννηση του Χάρλεμ. Η Johnson ήταν από τις πιο γνωστές γυναίκες ποιήτριες του εν λόγω λογοτεχνικού κινήματος, δημοσιεύοντας τις ποιητικές συλλογές, ‘The Heart of a Woman’ (1918), ‘Bronze’ (1922), ‘An Autumn Love Cycle’ (1928), και ‘Share My World’ (1962). Διαβάζοντας για τη ζωή της, ουσιαστικά γινόμαστε μάρτυρες των δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι αφροαμερικανίδες γυναίκες συγγραφείς κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Ατλάντα, όπου γνώρισε τον σύζυγό της, Henry Lincoln Johnson, η Georgia Douglas Johnson δεν δημοσιεύει το πρώτο της ποίημα μέχρι το έτος 1916, όταν ήταν δηλαδή τριάντα έξι ετών, και έτσι άρχισε η πορεία της αλλά μακρυά από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής της που εντοπίζονταν κυρίως στο Χάρλεμ του Μανχάταν, επειδή η εργασία του συζύγου της ήταν στην Ουάσιγκτον. Ο σύζυγός της, εξάλλου, είχε την απαίτηση να φροντίζει σχεδόν αποκλειστικά το σπίτι και να αναλάβει την κύρια ευθύνη της ανατροφής των δύο γιων τους. Όταν εκείνος πέθανε στα 1925, η Georgia Johnson ήταν σαράντα πέντε χρονών κι είχε αναγκαστικά την ευθύνη των δύο εφήβων. Μεταξύ των ετών 1924 και 1934, ασχολήθηκε σε μια σειρά προσωρινών εργασιών ως αναπληρώτρια καθηγήτρια σε δημόσιο σχολείο και ως υπάλληλος σε αρχείο Δημοσίων Υπηρεσιών, ώσπου βρήκε τελικά μια θέση στο Τμήμα Μετανάστευσης με πολύωρο ωράριο και χαμηλή αμοιβή. Σιγά-σιγά, δημιούργησε στο σπίτι της ένα ελκυστικό λογοτεχνικό περιβάλλον, φιλοξενώντας κάθε Σάββατο γνωστούς και ανερχόμενους ανθρώπους των γραμμάτων, μέσα στους οποίους περιλαμβάνονταν οι Langston Hughes, Jean Toomer, Anne Spencer, Alain Locke, Jessie Redmon Fauset και αρκετοί άλλοι. Ήταν μια εποχή προσαρμογής γι αυτή, δύσκολη για να αφοσιωθεί όπως επιθυμούσε στο γράψιμο, αλλά κατάφερε και ολοκλήρωσε με την πάροδο του χρόνου την τρίτη της συλλογή ‘An Autumn Love Cycle’ το 1928, που είναι αναμφισβήτητα η καλύτερή της και έστρεψε την προσοχή του κοινού σε μια μαύρη ποιήτρια, κάτι που είχε να γίνει από την εποχή της Frances Ellen Watkins Harper (1825-1911).002

Η Georgia Douglas Johnson ταξίδεψε εκτενώς στα τέλη της δεκαετίας του 1920, δίνοντας διαλέξεις και κάνοντας αναγνώσεις κειμένων, συναντώντας τον Καρλ Σάντμπεργκ (1878-1967) στο Σικάγο και τον Charles Waddell Chesnutt (1858-1932) στο Κλήβελαντ, ενώ έλαβε βραβεία από διάφορους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων από το Πανεπιστήμιο της Ατλάντα. Ήταν πλέον σε θέση να στέλνει τα παιδιά της στο Πανεπιστήμιο Χάουαρντ (Howard University) όπου σπούδασαν νομικά και ιατρική, διατηρώντας παράλληλα την απαιτητική εργασία της και ακολουθώντας ένα δύστροπο ταξιδιωτικό χρονοδιάγραμμα. Η Johnson όμως έγραψε και σημαντικό αριθμό θεατρικών έργων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, στα οποία συγκαταλέγονται το ‘Plumes’ το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό το 1927, και το ‘Blue Blood’, που παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη, το φθινόπωρο του 1926. Ακόμα μια συλλογή διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα, τα οποία δυστυχώς χάθηκαν. Πιθανώς ένα μεγάλο μέρος αυτού του υλικού πετάχτηκε από τους εργάτες που καθάριζαν το σπίτι της, όταν πέθανε το 1966.

Ζώντας με τον γιο της, δικηγόρο Henry Lincoln, Jr. και τη σύζυγό του, η Johnson ποτέ δεν έχασε τον ενθουσιασμό της για τις τέχνες, ούτε τη γενναιοδωρία της σε άπορους καλλιτέχνες που βρέθηκαν στο δρόμο της. Αποκαλούσε το σπίτι της ‘Half-Way House’ που κατά κάποιο τρόπο εκπροσωπούσε την προθυμία της να παρέχει καταφύγιο σε όσους είχαν ανάγκη, συμπεριλαμβανομένης, σε κάποια φάση και της αφροαμερικανίδας λαογράφου, ανθρωπολόγου και συγγραφέως, Zora Neale Hurston (1891-1960).

Μαύρη γυναίκα (Black Woman)

Μη χτυπάς την πόρτα, μικρό παιδί,
Δεν μπορώ να σε δεχτώ,
Δεν ξέρεις τι κόσμος είναι αυτός
Γεμάτος σκληρότητα και αμαρτία.
Περίμενε στην ήσυχη αιωνιότητα
Μέχρι να έρθω σε σένα,
Ο κόσμος είναι σκληρός, απάνθρωπος, παιδί,
Δεν μπορώ να σε δεχτώ!

Μην χτυπάς στην καρδιά μου, μικρό,
Δεν μπορώ να αντέξω τον πόνο
Να κουφαίνω στο κάλεσμά σου
Ξανά και ξανά!
Δεν ξέρεις τα τέρατα τους άνδρες
Που κατοικούν τη γη,
Μείνε ήσυχο, ήρεμο, πανάκριβο παιδί μου,
Δεν μπορώ να σε γεννήσω!

Black Woman

Don’t knock at the door, little child,
I cannot let you in,
You know not what a world this is
Of cruelty and sin.
Wait in the still eternity
Until I come to you,
The world is cruel, cruel, child,
I cannot let you in!

Don’t knock at my heart, little one,
I cannot bear the pain
Of turning deaf-ear to your call
Time and time again!
You do not know the monster men
Inhabiting the earth,
Be still, be still, my precious child,
I must not give you birth!

Το ποίημα αυτό εκφράζει το φόβο των μαύρων γυναικών στη δύσκολη εποχή της ποιήτριας να φέρουν παιδιά στον κόσμο. Είναι κραυγή έντονης εναντίωσης στη συγκεκριμένη φυσική διαδικασία. Η δυσαρέσκεια, ο ρατσισμός, η βία και ο πόνος που έπρεπε να υπομείνουν οι μαύροι άνθρωποι, κυρίως οι γυναίκες, μόνο και μόνο για να ζήσουν στην Αμερική, είχαν θεωρηθεί όχι πρόσφορο, αλλά εντελώς ξένο έδαφος για τεκνοποίηση. Στο ποίημα αυτό, επίσης, η ποιήτρια αναφέρεται στους λευκούς άνδρες της αστυνομίας χρησιμοποιώντας τη λέξη ‘τέρατα’ και έχοντας την πρόθεση να προστατέψει τα παιδιά από αυτούς, αν και η γενική διάθεση του ποιήματος είναι ο φόβος της για το αγέννητο παιδί και η παραίτησή της από τον τρόπο που λειτουργεί ετούτος ο κόσμος.003

Η Αναγέννηση του Χάρλεμ ήταν περίοδος πολιτιστικής έκφρασης υψηλού επιπέδου, αλλά επίσης μια εποχή φόβου αναμεμειγμένου με δυσαρέσκεια, κατά την οποία οι μαύροι γενικώς δεν έχαιραν εκτίμησης, αλλά τουναντίον τους κακομεταχειρίζονταν, και την οποία τα νεαρά παιδιά βίωναν ως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής τους ζωής. Οι γυναίκες έτσι μέσα σε όλα αυτά έτρεμαν από φόβο για τα παιδιά τους. Η ‘Μαύρη γυναίκα’, της Georgia Douglas Johnson είναι ποίημα για τα βαθιά συναισθήματα μιας γυναίκας που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ιδέα να φέρει ένα παιδί στον κόσμο που ζει, ουσιαστικά δεν το θέλει προκειμένου να προστατεύσει το ίδιο το παιδί της. Ωστόσο, του λέει να περιμένει για την αιωνιότητα, δηλώνοντας την ελπίδα της για ένα καλύτερο μέλλον. Συνολικά, το ποίημα αυτό είναι το μαρτύριο των μαύρων γυναικών που πρόκειται να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί, γνωρίζοντας ότι μόλις γεννήσουν, δεν θα είναι σε θέση να προστατεύσουν το μωρό τους από τη σκληρότητα του κόσμου. Ήταν γραμμένο βέβαια κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης του Χάρλεμ, αλλά ίσως υπάρχει και μια διαφορετική προσέγγιση εδώ. Είναι η γενικότερη προοπτική μιας μαύρης γυναίκας που υφίσταται καθημερινή ψυχική και σωματική καταπίεση. Η ποιήτρια συχνά επικρίθηκε επειδή δεν έφερε τα πολυποίκιλα προβλήματα της φυλής της στην επικαιρότητα με την ποίησή της, ωστόσο όμως ένα μεγάλο μέρος των γραπτών της μίλησαν για θέματα σχετικά με τις μαύρες γυναίκες και τα προβλήματά τους. Το επίμαχο θέμα των αμβλώσεων, όπως είναι ευνόητο, δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός νυμφώνος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly