frear

«Οι επιζήσαντες» και η «Επίθεση». Δύο ποιήματα του Ζίγκφριντ Σασούν

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Οι επιζήσαντες

Καμιά αμφιβολία πως σύντομα θα γίνουν καλά. Το σοκ και η ένταση
Τους προκάλεσαν τραύλισμα, τους αποσυντόνισαν τα λόγια.
Φυσικά λαχταρούν να ‘βγουν έξω και πάλι’, –
Αυτά τα αγόρια με τα παλιά, φοβισμένα πρόσωπα, μαθαίνουν να περπατούν.
Θα ξεχάσουν γρήγορα τις στοιχειωμένες νύχτες τους. Την τρομαγμένη τους
Υποταγή στα φαντάσματα των φίλων που πέθαναν, –
Στα όνειρά τους που στάζουν φονικό. Και θα είναι περήφανοι
Για τον ένδοξο πόλεμο που τσάκισε ολάκαιρη την περηφάνια τους …
Άνδρες που πήγαν στη μάχη, φοβεροί και χαρούμενοι
Παιδιά, με μάτια που σας μισούν, τσακισμένα και τρελά.

Survivors

No doubt they ’ll soon get well; the shock and strain
Have caused their stammering, disconnected talk.
Of course they’re ‘longing to go out again,’—
These boys with old, scared faces, learning to walk.
They’ll soon forget their haunted nights; their cowed
Subjection to the ghosts of friends who died,—
Their dreams that drip with murder; and they’ll be proud
Of glorious war that shatter’d all their pride…
Men who went out to battle, grim and glad;
Children, with eyes that hate you, broken and mad.

Ο ποιητής Ζίγκφριντ Σασούν (Siegfried Sassoon, 1886-1967), διερευνά την επίδραση του πολέμου στους στρατιώτες και έμμεσα επικρίνει τη στάση εφησυχασμού του άμαχου πληθυσμού απέναντι στον πόλεμο. Το κάνει χρησιμοποιώντας αποτελεσματικά έναν υφέρποντα ειρωνικό τόνο στους στίχους του, κάνοντας δηλώσεις που φαίνεται να καθησυχάζουν τον αναγνώστη ότι οι τραυματίες και ψυχικά σοκαρισμένοι στρατιώτες θα γίνουν καλά και ότι ο πόλεμος είναι ένδοξος, αλλά αμέσως μετά ακολουθούν περίεργες και αντιφατικές δηλώσεις με απεικόνιση όλων των σωματικών και ψυχικών τραυμάτων που προκαλεί ο πόλεμος. Αυτό ξαφνιάζει τον αναγνώστη και ταράσσει τον εφησυχασμό του, κάνοντας, όμως, το ποίημα διπλά αποτελεσματικό. Είναι δυνατό ποίημα, γιατί είναι αυτοβιογραφικό. Γράφτηκε ενώ ο ποιητής βρισκόταν σε στάδιο ανάρρωσης από ψυχικά τραύματα λόγω του Μεγάλου Πολέμου στο Νοσοκομείο Craiglockhart του Εδιμβούργου. Δίνει στον αναγνώστη ανάγλυφα την παραπλανητική ελπίδα ότι οι σοκαρισμένοι στρατιώτες σίγουρα θα ανακτήσουν τις δυνάμεις τους, αλλά φαίνεται ότι κάτι ίσως να μην εξελίσσεται καλά, όταν περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο το σοκ και η ένταση του πολέμου έκαναν αυτούς τους στρατιώτες να τραυλίζουν και να μιλούν ασυνάρτητα. Θα τους πάρει πολύ χρόνο, μάλλον, για να ανακάμψουν από αυτό και πάντως όχι σύντομα. Δηλώνει ξεκάθαρα ότι επιθυμία τους είναι να «βγουν έξω πάλι», ανυπομονούν να τραβήξουν για το μέτωπο του πολέμου ξανά και να πολεμήσουν, παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος έκανε τα πρόσωπά τους γερασμένα και φοβισμένα, να γεράσουν πριν την ώρα τους και να είναι γεμάτοι φόβους. Όταν λέει «θα μάθουν να περπατούν», θα μπορούσε κυριολεκτικά να σημαίνει την ανάρρωση από τα σωματικά τραύματα της μάχης ή μεταφορικά να επιστρέψουν πίσω στην κανονική ζωή και να αναρρώσουν από τα ψυχολογικά τραύματα που κληρονόμησαν. Για άλλη μια φορά η καθησυχαστική δήλωση ότι θα ξεχάσουν σύντομα τις στοιχειωμένες νύχτες τους, έρχεται σε αντίθεση με ό,τι στοιχειώνει τον ύπνο τους, κι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφιάλτες από τα φαντάσματα των φίλων που σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών, σκηνές πλημμυρισμένες από αγωνία και αίμα. Φυσικά ειρωνεύεται όταν προς το τέλος λέει ότι οι στρατιώτες θα είναι υπερήφανοι για τον ένδοξο πόλεμο που κατέστρεψε όχι μόνο την υπερηφάνεια επειδή πολέμησαν για τη χώρα τους, αλλά και για το γεγονός ότι γκρεμίστηκε η περηφάνια τους. Ο πόλεμος τους έσπασε ψυχολογικά και είναι σχεδόν παράφρονες, ενώ ταυτόχρονα μισούν τους υποστηρικτές του πολέμου δηλαδή, τους πολιτικούς και τους αμέτοχους αμάχους. Η εκτεταμένη χρήση της ειρωνείας από τον ποιητή, εκθέτει εύστοχα την φενάκη του πολέμου και τις επιπτώσεις του πάνω στους μαχητές που ενεπλάκησαν σε αυτόν. Τους έκανε παιδιά, τους κατέστρεψε συναισθηματικά, νοητικά, ψυχολογικά και σωματικά. Πρέπει να αρχίσουν από την αρχή ξανά. Να διδαχτούν βασικά πράγματα, πως θα περπατούν, καινούργιες δραστηριότητες, πως θα μιλούν πάλι.

Επίθεση

Στο ξημέρωμα η κορυφογραμμή αναδύεται ογκώδης και γκρίζα
Μέσα στο άγριο πορφυρό χρώμα του πυρωμένου ήλιου,
Σιγοκαίοντας μέσα από κρουνούς παρασυρόμενου καπνού που σκεπάζει
Τη φοβερή σημαδεμένη πλαγιά και, ένα προς ένα,
Τανκς έρπουν και αναποδογυρίζουν μπροστά το σύρμα.
Πυκνό πυρ βρυχάται και ανεβαίνει. Έπειτα, σκυμμένοι αδέξια
Με βόμβες και όπλα και φτυάρια και σύνεργα μάχης,
Οι άνδρες σπρώχνονται κι αναρριχώνται ν’ αντιμετωπίσουν τη μεγάλη πυρκαγιά.
Σκιές από γκρίζα, βουβά πρόσωπα, σκεπασμένα από φόβο
Αφήνουν τα χαρακώματα, σκαρφαλώνοντας στο σκέπασμα
Μονότονος και πολυάσχολος ο χρόνος χτυπά στους καρπούς τους
Κι ελπίζουν, με μάτια χαμηλωμένα και σφιγμένες γροθιές
Τσαλαβουτώντας μες τη λάσπη. Ω, Χριστέ μου, δώσε ένα τέλος σε όλο αυτό!

Attack

At dawn the ridge emerges massed and dun
In the wild purple of the glow’ring sun,
Smouldering through spouts of drifting smoke that shroud
The menacing scarred slope; and, one by one,
Tanks creep and topple forward to the wire.
The barrage roars and lifts. Then, clumsily bowed
With bombs and guns and shovels and battle-gear,
Men jostle and climb to, meet the bristling fire.

Lines of grey, muttering faces, masked with fear,
They leave their trenches, going over the top,
While time ticks blank and busy on their wrists,
And hope, with furtive eyes and grappling fists,
Flounders in mud. O Jesus, make it stop!

Η «Επίθεση» του Ζίγκφριντ Σασούν είναι ένα ποίημα που αποκαλύπτει την πραγματικότητα και τραχύτητα του πολέμου σε όλο του το μεγαλείο. Αναφέρεται σε μια στρατιωτική επίθεση η οποία εξελίσσεται σταδιακά. Η τοποθεσία της μάχης είναι γκρίζα και βρίσκεται κάτω από τον καυτό και λαμπερό ήλιο, αλλά στη συνέχεια όλα έρχονται αργά, αποκαλυπτικά, με τους στίχους που περιγράφουν το ζοφερό πεδίο της μάχης, με πλαγιές που σιγοκαίνε, καπνούς να γεμίζουν τον ορίζοντα και τανκς που ξεχύνονται μπροστά.

Το ποίημα «Επίθεση» δημοσιεύθηκε το 1918. Ο Άγγλος ποιητής Ζίγκφριντ Σασούν, πολέμησε ο ίδιος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Δυτικό Μέτωπο, έχοντας έτσι αποκτήσει ιδίαν πείρα του άγριου προσώπου του πολέμου. Ο τελικός στίχος του ποιήματος «Ω, Χριστέ μου, δώσε ένα τέλος σε αυτό», ενισχύει τις σκληρές ούτως ή άλλως προηγηθείσες περιγραφές στις οποίες προβαίνει ο ποιητής καθ’ όλη τη διάρκεια του ποιήματος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: John Singer Sargent, Gassed, 1919.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly