frear

Συγγένειες απρόσμενα εκλεκτικές – της Ελένης Κοφτερού

Το 2006 πρωτοδιάβασα Το κουρδιστό πουλί του Χαρούκι Μουρακάμι, ένα αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα –όσον αφορά εμένα, χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε στα «Αγαπημένα» μου– με δαιδαλώδη πλοκή και ήρωες που, καθώς εγκιβωτίζουν τις ιστορίες τους ανάμεσα στην απώλεια και την αναζήτηση του κεντρικού ήρωα, μοιάζουν με όντα που ξεπηδούν από μικρά κουτάκια κλεισμένα σε μεγαλύτερα κι εκείνα σε άλλα μεγαλύτερα και ούτω καθεξής. Ωστόσο, εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν κάτι άλλο. Η τελετουργική, στα όρια της εμμονής, προσήλωση του Τόρου, του κεντρικού ήρωα, στην παρασκευή των γευμάτων του, στην κατανάλωσή τους, η αναφορά στην επίγευση του αφρού της μπύρας που απαρεγκλίτως συνόδευε όλα τα γεύματά του, προσφορά στις αισθήσεις του αναγνώστη με λέξεις και φράσεις που κατάγονταν, λες, από τα αρχέγονα κέντρα της πείνας και της δίψας, μου προκάλεσε απορίες και ερωτηματικά. Δεν καταλάβαινα τότε, πώς εξυπηρετούσε την οικονομία, τη δομή και το χτίσιμο του μυθιστορήματος η επαναλαμβανόμενη αναφορά στα γεύματα, τα αφεψήματα και τα ποτά που άλλοτε χόρταιναν και ξεδιψούσαν τον ήρωα κι άλλοτε άθικτα παρατηρώντας τον, έγερναν προς τη μεριά της σιωπής και της αποσύνθεσης λες κι αποτελούσαν ένα οργανικό, θλιβερό κι αόρατο κομματάκι του κενού που τον είχε κατακλύσει. Γοητευμένη απ’ τη γραφή του Μουρακάμι, είχα συγκινηθεί πραγματικά από την οικειοθελή κάθοδο του Τόρου στο παγωμένο σκοτάδι ενός πηγαδιού –εκεί όπου η μοναξιά γίνεται κάτι βαθύ και μεγαλειώδες, ψηλαφώντας τη μαύρη λάμψη της απόγνωσης των Καφκικών ηρώων –όπου ο Τόρου φέρνει μαζί του ξηρά τροφή και νερό για να μείνει ζωντανός. Ο συγγραφέας δεν παρέλειψε, λες και το όφειλε σε μένα, να κατευνάσει την αγωνία μου για την τύχη του Τόρου, να με καθησυχάσει ότι δεν θα πεθάνει, τουλάχιστον όχι από πείνα.

Αδυνατούσα να εμβαθύνω στον αφηγηματικό σκελετό που αποτελούσαν τα γεύματα του ήρωα και η προετοιμασία αυτών ακόμη κι όταν ξανασυνάντησα την ίδια εμμονή στο 1Q84• εκεί η εξερεύνηση της μοναχικότητας και η παθολογοανατομία της υπαρξιακής πληγής φωσφορίζει μέσα στο σκοτάδι καθώς ο ήρωας, χορτασμένος από τα γεύματα που είχαν παρασκευαστεί ή είχαν απλά ζεσταθεί πριν εισβάλουν στις σελίδες μπροστά στα μάτια μου, εξερευνά την πιθανότητα να συντροφέψει ο ίδιος τον εαυτό μου, μέχρι την αγάπη του κάποτε να βρει σε μια διάθλαση του χρόνου, εκεί ακριβώς που γίνονται ορατά τα δυο φεγγάρια.

Είχα καιρό ν’ ακουμπήσω έστω και μια σκέψη στα μυθιστορήματα αυτά, ώσπου διαβάζοντας πρόσφατα την εξαιρετική νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου Το δέντρο του Ιούδα, ένα αναπάντεχο τράνταγμα, ανέσυρε στην επιφάνεια την εκκρεμούσα απορία. Η δύναμη της αφηγηματικής λιτότητας του Μιχάλη Μακρόπουλου και η στρωτή ροή της πλοκής απέχουν πολύ φυσικά από τα δυο δαιδαλώδη προαναφερόμενα μυθιστορήματα, ωστόσο μια εκλεκτική συγγένεια του Τόρου με τον Ηλία σε μένα φάνταζε σαν αποκάλυψη.

Περιδιαβαίνοντας για δεύτερη φορά Το δέντρο του Ιούδα, είδα τον Τόρου να μου γνέφει, μέσα απ’ τα θολωμένα απ’ τον καπνό του τσιγάρου, μάτια του Ηλία. Ο Ηλίας, ο κεντρικός ήρωας δεν «τρέφεται» παρά μόνο δυο φορές στη νουβέλα –κι αυτό από πεσκέσι– αλλά καπνίζει με πάθος. Το πάθος που απαιτεί τελετουργία, μέρος της οποίας είναι η συνοδεία του τσιγάρου από τσίπουρο. Με το κάπνισμα ο ήρωας χαράζει μικρές γραμμές στην άκαμπτη επιφάνεια του κενού του, αφού καθώς λέει ο αφηγητής «Η απελπισία είναι κάτι. Ο Ηλίας ήταν απλώς άδειος». Μια αντήχηση ζωής κάθε ρουφηξιά, μια υπόμνηση της λειτουργίας των πνευμόνων του κάθε γλαυκό συννεφάκι καπνού που βγαίνει απ’ τα σωθικά του, καθώς ο Μιχάλης Μακρόπουλος, με συγγραφική δεινότητα και απαράμιλλη αμεσότητα, αδειάζει τα πακέτα, προσφέρει τσιγάρο στον φίλο μα και στον εχθρό, οριοθετεί τον κόσμο του ήρωά του: «Η σιωπή του χωριού, ο πλάτανος στην πλατεία, το Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης με το σκοπό μπροστά, οι χωριανοί θαμποί πίσω από την τζαμαρία του καφενείου, με τον καφέ ή το τσίπουρο πάνω στο τραπέζι, με το τασάκι με τ’ αποτσίγαρα, με την αναμμένη τηλεόραση – ο κόσμος του τώρα» αναμοχλεύει τον καπνό που ανυπομονεί να χωθεί στην αχλή, να γίνει ένα με τον άνεμο του ορεινού χωριού για να μην προδώσει τα μυστικά και τα ψέματα, τσουρουφλίζει τα δάχτυλα με την κάφτρα, εξημερώνει τη νύχτα σ’ ένα τασάκι δίπλα στο κρεβάτι κι όταν ο Ηλίας αναπηδά σκοντάφτοντας στην πιο αμείλικτη απόγνωση, του δίνει το τσιγάρο–φωτάκι παρηγοριάς. Τσιγάρο το τσιγάρο προχωράει η αφήγηση, τσιγάρο το τσιγάρο ο Ηλίας περνάει από την άβυσσο του κενού στην ουσία της απώλειας, στο γδάρσιμο της ενοχής στην αξία του καθήκοντος, στο «κουράγιο που χρειάζεται κανείς για να δειλιάσει» βαδίζοντας προς την αυτογνωσία.

Το τσιγάρο είναι ο επιπλέον ήρωας στη νουβέλα αυτή, ο καταλύτης και ο ρυθμιστής των λέξεων που θα ειπωθούν κι αυτών που θα μείνουν μετέωρες σαν δύσμορφες νιφάδες πάνω απ’ το στρωμένο χιόνι, ή άλαλες στο βλέμμα του κρεμασμένου βαθιά μπηγμένες. Το τσιγάρο είναι ο θεματοφύλακας της σιωπής και ο θερμαστής της σκέψης των ηρώων, όπως μάντης τυφλός αρχαίας τραγωδίας, λύση ξεκάθαρη αδύνατον να δώσει, μα τα πλοία δεν ξεκινούν χωρίς τον χρησμό του. Κι έπειτα, είναι και το μοίρασμα, το πάρε-δώσε του τσιγάρου που «δένει» τις ζωές και τα στόματα. Ο αναγνώστης έρχεται κατά πρόσωπο με μια σχεδόν χειροπιαστή οικειότητα του τσιγάρου, με τους κώδικες του καπνίσματος και του ποτού που είναι άγραφος νόμος στα ορεινά χωριά. Δεν ξέρω αν ο Ηλίας θα ήταν ο στιβαρός λογοτεχνικός ήρωας που γνώρισα εγώ, ή αν θα επέλεγε άλλο δρόμο απ’ αυτόν της θυσίας, αν δεν κάπνιζε. Το μόνο που ξέρω είναι ότι κέρδισε τον σεβασμό μου –σχεδόν αδύνατον να συναντήσεις τέτοιον χαρακτήρα στα σοκάκια της πραγματικότητας. Ο Ηλίας καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο μολύνοντας ανεπαίσθητα τον πεντακάθαρο, βαριά οξυγονωμένο αέρα του Πωγωνίου, ανακάλυψε έναν εαυτό που δεν ήξερε ότι διέθετε. Κι έτσι οδηγήθηκα στην σκέψη που τείνει να γίνει βεβαιότητα: «Επιτέλους ένας μακρινός λογοτεχνικός συγγενής του Χανς Κάστορπ!», που πήγε στο Μαγικό βουνό για επίσκεψη δέκα ημερών και το κατοίκησε εφτά ολόκληρα χρόνια για να κατοικήσει επιτέλους τα μέσα δωμάτια του εαυτού του μακριά από την προσχηματική σταθερότητα της ζωής στα πεδινά. Όπως ο Ηλίας, που κάθε γόπα-μικρή πετρούλα πετά για να ξαναβρεί τον δρόμο του, ο Χανς αρρωσταίνει για να μείνει στο μαγικό βουνό και μετρά τον πυρετό του. Τα δεδομένα του πυρετού, οι σταθερές ώρες μέτρησης κατά τη διάρκεια της μέρας συνθέτουν τη συνάρτηση της περιοδικότητας και της επανάληψης, σαν προεξέχοντα μικρά καρφάκια –ήταν μια χειροτεχνία μου στην Γ΄ Δημοτικού που δεν κατάφερα να την τελειώσω γιατί δεν μπορούσα να δέσω σφιχτά την κλωστή– όπου δένονται οι κλωστές της αφήγησης, πλέκοντας έρωτες-κόμπους αξεδιάλυτους, αμφίρροπες φιλίες χτίζοντας, φιλοσοφικές τάσεις και άφατης ομορφιάς περιγραφές των σπλάχνων στερεώνοντας, όλα πάνω σε ένα διάγραμμα του πυρετού, λαβύρινθο με νήματα επιχειρώντας, χωρίς την Αριάδνη μα ούτε τον Μινώταυρο, μόνο και μόνο για να γραφτεί αυτό το αριστούργημα της λογοτεχνίας. Ο πυρετός μετριέται τόσες φορές, όσες ανάβει τσιγάρο ο Ηλίας, εναλλάσσεται όπως τα καιρικά φαινόμενα, έχει εξάρσεις και υφέσεις σαν θυμικό, οι γραμμές του, οι ράγες για να περάσει το μυθιστόρημα.

Ο Χανς, ο Τόρου, ο Ηλίας, τις πληγές τους ψηλαφώντας, την πείνα, τη δίψα, την ανάγκη για τσιγάρο διαφυλάττοντας, κάνουν την υπέρβαση προσφέροντας ολάκερο τον εαυτό τους χωρίς αντάλλαγμα, σε κάτι ανώτερο, σαν πίστη. Σιωπηλά μας παρατηρούν, περιμένοντας να γεννηθεί ο επόμενος συγγενής τους σε μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα που δεν έχει συλληφθεί ακόμα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Harry Gruyaert.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly