Τούς τελευταίους μῆνες ἔτρωγε ὅσο κι ἐκείνη. Μοιράζονταν τό ἴδιο σερβίτσιο, τό ἴδιο λιτό γεῦμα, τό ὁποῖο περίσσευε κιόλας. Ὕστερα τῆς κρατοῦσε το χέρι, κι ἐκείνη, ἄν καί παλιά ἀπεχθανόταν κι ἀπέφευγε κάθε λογῆς διαχύσεις, τώρα ἀφηνόταν (παρ’ ὅλο πού δέν ἐπικοινωνοῦσε, ἔτσι πού ἦταν φυσικό ν’ ἀπορεῖς μή καί μ’ ἕναν παράδοξο γιά τήν κατάστασή της τρόπο τήν ἀναζητοῦσε) στήν τρυφερότητα τοῦ ἐπισκέπτη γιά νά πάρει ἔστω ἕναν ὑπνάκο.

Ὅλο αὐτό τό διάστημα γίναν τελικά συγκάτοικοι. Κάποιοι συγγενεῖς στούς ὁποίους ἔπεφτε λόγος, μή ἀντέχοντας ἄλλο τίς ἀδιέξοδες ἀναζητήσεις τῆς χώρας τοῦ Ποτέ στίς ἀχαρτογράφητες περιοχές τοῦ Στερεώματος, τίς ἀνέλπιδες ἐξερευνήσεις, ἐπέτρεψαν αὐτήν τήν παράδοξη ἀποκλειστικότητα. Ὡστόσο, οὔτε στά καλά τους τήν εἶχε φχαριστηθεῖ οὔτε καί τώρα. Παρ’ ὅλο πού εἶχε συνεννοηθεῖ μέ τήν ἀποκλειστική κι ἔμενε ἐκεῖ, στό πόδι της, τίς νύχτες.

Τήν τελευταία βδομάδα πού ἐκείνη στάματησε νά τρέφεται, ἔκανε τό ἴδιο. Χτές, ἀπό τά χαράματα, ἦταν ἰδιαιτέρως ἀνήσυχη. Ἔδειχνε νά ἠρεμεῖ μονάχα ὅταν, μέ τίς κουρτίνες θεόκλειστες, βασίλευε στό δωμάτιο ἀλλόκοτο σούρουπο. Ἐκεῖνες τίς στιγμές ἔμοιαζε νά κοιμᾶται. Κάπου-κάπου σιγανοί βόγκοι, μουρμούριζε κάτι ἀκατάληπτα.

Τό βράδυ, γύρω στά μεσάνυχτα, ξύπνησε. Φρέσκια, ὀξυδερκής λές καί δέν εἶχε κατεβάσει τόν γενικό τόσον καιρό τώρα. «Ἐδῶ εἶσαι;» ρώτησε μέ τή θερμή ὅπως παλιά φωνή της, ἔμφορτη μέ τίς μνῆμες πού τούς ἕνωναν. Ὕστερα, «ἔλα» εἶπε, καί μετακινήθηκε στό κρεβάτι κάνοντας χῶρο. Τό δωμάτιο, πού φωτιζόταν ὥς ἐκείνη τήν ὥρα ἀπ’ τό φωτάκι νυκτός, ἔλαμψε ἀπό τό γέλιο πού ξέσπασε στό βλέμμα της. Ἐκεῖνο τό ἰδιαίτερο πού, κάθε φορά πού ἔνιωθε εὐτυχής, ἔκανε τά μελωμένα κάστανα της μάτια σχεδόν διάφανα, καί τήν ἴδια στιγμή νά στράφτουν μ’ ὅλα τά χρώματα τῆς ἴριδας.

Ξάπλωσε. Βολεύτηκε δίπλα της. Αὐτήν τήν πρόσκλησή της περίμενε. Ἔγειραν τά κεφάλια ἕνα στό ἄλλο, οἱ παλάμες πλέχτηκαν. «Καληνύχτα» ψιθύρισε κι ἡ ψυχή της, ὅπως παλιά, φουρφούρισε μές ἀπό τή χροιά τῆς φωνῆς της, χάϊδεψε, ξανασφράγισε την ὕπαρξή του. Ὅπως κάθε φορά.

Τό ἑπόμενο πρωΐ εἴχανε φύγει. Ἦταν τό μόνο τῆς ζωῆς τους ταξίδιον πού ἀδυνατοῦσαν νά τό πᾶνε χώρια.

[Πρώτη δημοσίευση στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Laura-Makabresku.]