Ἔξω μεσοκαλόκαιρη ἅψη ξεφταλάγιαζε τό κατά τά λοιπά μακάριο ἀνοιξιάτικο πρωϊνό, μέ τόν ἴδιο τρόπο πού τό ἀνομολόγητο πάθος ἀνατρέπει τή λογική αἰφνιδιάζοντάς την, κυριαρχώντας ταυτόχρονα πάνω σέ κάθε ἄλλην αἴσθηση.

Μές στό δωμάτιο ὁ κύριος Φ. στεκόταν δίπλα στήν δεσποινίδα Μπ., ἡ ὁποία, ἄν καί ἤθελε νά φύγει, ἀνέβαλλε προσδοκώντας τόν ἀποχαιρετισμό.

Παρ’ ὅλο τόν δισταγμό καί τήν ἀμηχανία, λόγω τῆς παρουσίας πιθανῶς κι ἑτέρων, ἡ ἀδημονία πού κατέκλυζε τόν κύριο Φ., ὁμοιάζουσα μέ ἀπροσδόκητη ἔγερση ἀπό χειμέριο ὕπνο, παρέπεμπε στήν ἀκραιφνή λαχτάρα τοῦ Φιλέα Φόγκ νά ταξιδέψει καί νά γνωρίσει τόν κόσμο σέ πολύ-πολύ λιγότερο ἀπό ὀγδόντα ἡμέρες. Ὁ κόσμος στήν παρούσα περίσταση ἦταν ἡ δεσποινίς Μπ.; Τό σκοῦρο καστανό, ἐλαφρῶς ὑπνῶδες, χάριν μιᾶς ἀδιόρατης λαγνείας, βλέμμα της ἦταν τό ταξίδι; Το ψηλόλιγνο σταρένιο σῶμα της ἦταν ἄραγε ὁ προορισμός ἤ ἁπλῶς τό ὄχημα: τό πολύχρωμο σάρκινο μπαλόνι;…

Ὅσο ἡ ὑπερδιέγερση τῆς δεσποινίδος αὐξανόταν προοδευτικά καί ἕως ἐκρήξεως, ἡ κολώνια της διαχεόταν στόν μεγάλο χῶρο, ἐνῶ, τήν ἴδια στιγμή, οἱ χτύποι στίς φλέβες τοῦ λαιμοῦ της ὀρύονταν παλλόμενες μέ ὅλο καί μεγαλύτερη ὁρμή.

Αἴφνης, καθώς οἱ παρείσακτοι γιά ἕνα κλάσμα δευτερολέπτου ἀπέσυραν τήν προσοχή τους ἀπό τούς δύο μακαρίους, ἡ ἠχώ ἑνός ὑπερβάλλοντος παθιασμένου φιλιοῦ, σπασμός περισσότερο, τοῦ ὁποίου ἡ κάψα ἔμελλε νά καταποντιστεῖ ὁλόκληρη στόν πιό ὑγρό καί σκοτεινό σωματικό βυθό, ἔπεσε ἀστροπελέκι. Ἐξ ἴσου ἔκπληκτοι καί οἱ δύο κοιτάχτηκαν. Στή στιγμαία ἐκκωφαντική λάμψη τῶν ματιῶν τους ποιῶν τά βλέμματά τους ἀντίκρυζαν; Τῶν συντρόφων τους; Ἄλλων;

Τό κορμί τῆς δεσποινίδος Μπ., ἐξ αἰτίας μᾶλλον τῆς ἠλεκτρικῆς ἐκκένωσης, πῆρε παράδοξη κλίση στρεφόμενο πρός τήν ἔξοδο, ὅπως συνέβη κάποτε στή γυναίκα τοῦ Λώτ. Ὁ κύριος Φ. τυλίχτηκε στό φλεγόμενο ἀερόστατο κι ἀπ’ ἐκεῖνο τό πρωϊνό κι ὕστερα δέν μίλησε, δέν ἄκουσε, δέν γνωρίζει, μά οὔτε κι ἀναρωτήθηκε γιά τήν τύχη του κανείς. Ἐγώ ἡ ἴδια ὁπωσδήποτε ὄχι!

[Πρώτη δημοσίευση στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ.]