Στή «χώρα τοῦ Ποτέ»

Καθόταν στήν πρώτη σειρά. Παρακολουθοῦσε τήν ἀεροσυνοδό μέ τήν κατάλευκη στολή νά σφραγίζει τήν πόρτα τοῦ ἀεροπλάνου. Ἀκριβῶς ἐκείνη τή στιγμή πάτησε κι ἡ ἴδια τό κουμπί ὥστε νά ξεκινήσει ἡ μαζική ἀποστολή τοῦ sms πού εἶχε γράψει ἀπό προχτές, μόλις ἑτοίμασε τή βαλίτσα της: «Φεύγω. Δέν ἀντέχω νά κλάψω κανέναν.»

Καθώς πατοῦσε τό πλῆκτρο ἀπενεργοποίησης τοῦ κινητοῦ, ἔφτασε στ’ αὐτιά της ἕνα παιδικό ἀναφυλλητό, τήν τρόμαξε τό θραῦσμα μιᾶς σκηνῆς ἀπό τό περυσινό πασχαλιάτικο γλέντι πού εἶχαν μαζευτεῖ σπίτι της ἡ οἰκογένεια σύμπασα κι ὅλοι οἱ φίλοι, τήν διαπέρασε τό ξέσπασμα μιᾶς ἀγκαλιᾶς ὅπου ἡ ἴδια εἶχε ἀφήσει σφραγίδα κι ἐνέχυρο τήν ψυχή της.

Ἀνακάθησε προσπαθώντας νά βολευτεῖ, ἐνῶ ἡ ἀεροσυνοδός τοποθετοῦσε πίσω ἀπό τήν πλάτη της ἕνα μεγάλο φουσκωτό μαξιλάρι. Ἔκλεισε τά μάτια. Τά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἦσαν γεμάτα μέ λέξεις πού δέν εἶπε, ὁρισμένα, ποῦ καί ποῦ, ἔτσι ὅπως τό φῶς γλιστρώντας ἀπό τό παράθυρο ἔπεφτε πάνω τους, λαμπύριζαν ἀπό χάδια πού δέν ἄντεξε νά δώσει.

Ἡ κοπέλα ἔστρωσε τό μαλακό κουβερτάκι φροντίζοντας νά τή σκεπάζει, νά τήν κρατάει στή θέρμη του ὁλόκληρη. «Πρέπει νά κατεβάσω τό στόρι» τῆς εἶπε, καί νά κλείσω τό φῶς. Μή φοβᾶστε. Τό ταξίδι στή Χώρα τοῦ Ποτέ εἶναι πάντα ἤρεμο, δέν ἔχει ἀναταράξεις».

Ἔνιωσε στή φωνή τό χαμόγελό της. Δέν ἄνοιξε μάτια. «Θά τό σβήσω ἡ ἴδια» εἶπε μ’ ἕναν διακεκομμένο ψίθυρο, κι ἀμέσως κατέβασε τόν διακόπτη.

Τήν ἴδια νοσοκόμα διάλεγαν ὅλοι ὅσοι δέν ἤθελαν ν’ ἀκοῦν κουβέντα γιά τόν προορισμό.

19/08/2015

Ὅλα εἶναι ἐδῶ

Δέν ἔθαψε τόν σκύλο οὔτε τή γάτα. Γενικῶς δέν πήγαινε σέ κηδεῖες παρά σ’ ἐκείνων πού ’ταν σ’ ἕναν βαθμό γνωστοί, ἤ συγγενεῖς πού ’χανε κόψει σχέσεις. Στοῦ πατέρα μέ τό ζόρι ἀλλά κοίταζε τά οὐράνια τόξα. Στῆς μάνας ἔλειπε ὑπερατλαντικό ταξίδι.

Μέ τήν Α. ἐδῶ καί χρόνια τρόμαζε. Ὥσπου μιά μέρα ἐκείνη δήλωσε ἀπροσδόκητα: θά φύγω πρώτη! Τό ξέρω. Δέν μπορῶ ἀλλιῶς!

Δέν κατάφερε νά σηκωθεῖ τήν ἴδια στιγμή ἀπ’ τό τραπέζι ὅπου κουτσόπιναν, περίμενε νά τελειώσουν ὅπως κάθε ἄλλη φορά. Στήν καληνύχτα ἕνα αἰφνίδιο, ἀστραπιαῖο γράπωμα, τά κεφάλια τους ἔγειραν μιά φευγαλέα στιγμή στούς ὤμους, καθώς τά χείλη ἐγύρευαν τά μάγουλα μπερδεύτηκαν, φιλήθηκαν στό στόμα. Τραβήχτηκαν μ’ ἔξαψη. Στά βλέμματα αἰφνιδιασμός, ὅλα ἐκεῖνα πού δέν εἶχαν εἰπωθεῖ, δέν ἀνταλλάχτηκαν, δέν εἴχανε χορτάσει. Μικρή παράταση συνάντησης πρίν ἀποτραβηχτοῦν τά χέρια…

Χρόνια τώρα δέν ἔχουν ἰδωθεῖ. Κι ἄν κήδεψαν κείνη τή νύχτα, δέν θάψαν τίποτα.

[Πρώτη δημοσίευση στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Cristóbal Toral.]